ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

ΘΑΝΑΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Βουλευτής Ιωαννίνων ΠΑΣΟΚ


Είδηση: Δύο βουλευτές του ΠΑΣΟΚ στηρίζουν τα μέτρα!


Γνωμονική Ακολουθία - θανασης οικονομου(1269)


σκοτεινός # αλαμπής # άδοξος # άσημος

Αήκουστος
στόβος [ο - λατινικά convitium] στόμα φουσκωμένο # μεγαληγορία # κομπασμός # καύχηση # κόμπος # στόμφος # φανφαρονισμός # μεγαλοστομία # μεγαλορρημοσύνη # μεγαληγορία # χλευασμός # λοιδορία # κομπαστής # κομπορρήμων # μεγάλαυχος # μεγαλορρήμων # φανφαρόνος
αισχύνη

στοά [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη stoa] οικοδόμημα επίμηκες στηριζόμενο σε κολόνες # στοά # στύλος # κίονας # γαλαρία # θολωτός διάδρομος με κολόνες # νάρθηκας εκκλησίας # κελάρι # αποθήκη σιτηρών # υπόστεγο # πολιορκητική μηχανή (είδος)
στοβέω [ρήμα] βρίζω # λοιδορώ # ονειδίζω # προσβάλλω # σιχτιρίζω
στοιβή [η] στούπωμα # βούλωμα # απόφραξη # έμφραξη # πωματισμός # τάπωμα # φυτό του οποίου τα φύλλα χρησίμευαν για έμφραξη ή γέμισμα στρωμάτων ή για σκούπες # γέμισμα # πλήρωση # παραπλήρωμα # παραγέμισμα # καθετί που χρησιμεύει για γέμισμα
στοΐδιον [το] στοά μικρή
στοιχειαστής [ο] δάσκαλος στοιχείων επιστήμης ή τέχνης
στοιχειάται [οι] γραμματικοί
στοιχείϊος [επίθετο δικατάληκτο] ανήκων στα στοιχεία του Ζωδιακού κύκλου
στοιχειόω [ρήμα] διδάσκω τα στοιχεία # διδάσκω τις θεμελιώδεις γνώσεις
στοιχητέον [ρηματικό επίθετο] πρέπει να συμφωνήσουμε # πρέπει να συναινέσουμε
στοιχίζω [ρήμα] βάζω στη σειρά # τοποθετώ σε γραμμές # στοιχίζω # αραδιάζω # τοποθετώ δοκάρια στην παγίδα που οδηγούν θηρίο στα δίχτυα
στοιχισμός [ο] τοποθέτηση σε γραμμές # στοίχισμα # αράδιασμα σε στοίχους # μπήξιμο πασσάλων σε παγίδα έτσι που να οδηγούν το ζώο στα δίχτυα
στοιχώδης [επίθετο δικατάληκτο] όμοιος με στοίχο # παραταγμένος σε γραμμές
στολαγωγός [επίθετο δικατάληκτο] στόλαρχος # αρχηγός στόλου # ναύαρχος
στολαρχία [η - βυζαντινός τύπος] αρχηγία στόλου # ναυαρχία # αξίωμα ναυάρχου # αρχηγία στόλου και η θητεία
στόλισις [η - λατινικά vestitus] στολισμός # ιματισμός # αμφίεση # ντύσιμο # στόλισμα # ενδυμασία # φορεσιά # φόρεμα # διακόσμηση # πλούμισμα # εξοπλισμός # κόσμηση # εξωραϊσμός # καλλωπισμός # κόσμηση # πολυτελής φορεσιά # στολή
στολιστήριον [το] άδυτο ιερού όπου ντυνόντουσαν οι ιερείς ή έντυναν τα αγάλματα
στολοδρομέω [ρήμα] πλέω συντεταγμένα (για στόλο ή μοίρα στόλου)
στόλοκρον [το] πρήξιμο στο μέτωπο σαν μικρό κέρατο # εσωτερική βάση έκφυσης κεράτου # κοντό κούρεμα
στολόκρους [ο] τράγος μεγάλος χωρίς κέρατα
στόλον στέλλω [έκφραση] αρματώνω καράβια # εξοπλίζω πλοία για πόλεμο
στόλος [ο - λατινικά commeatus] ετοιμασία εκστρατείας (θαλάσσια ή στη γη) # προπαρασκευή # εξοπλισμός # εκστρατεία # αποστολή # πορεία # πομπή πανηγυρική # λιτανεία # εκστρατευτικό σώμα # στόλος # ναυτική δύναμη μιας χώρας # ομάδα πολεμικών πλοίων # πλήθος # λαός # ταξίδι # έμβολο πλοίου # καυλός # κοτσάνι # στολή
στολυξώδης [επίθετο δικατάληκτο] μικρολόγος
στόμα [το - εξ αυτής το αγγλικό πρόθεμα stomato - οι καταλήξεις - stome - stomous - stomy και οι λέξεις stoma - stomatology - stomatopod - stomodaeum - monostomous - colostomy] στόμα # πρόσωπο # λόγος # στόμιο # άνοιγμα # εκβολή # είσοδος (λιμανιού) # χαράδρα # φαράγγι με ποτάμι # έξοδος # είσοδος # πάροδος # πόρος # πέρασμα # αιχμή όπλου # οξύ άκρο όπλου # κόψη ξίφους # μέτωπο στρατού # προφυλακή
στόμα άθυρον [έκφραση] απύλωτο στόμα # βρομόστομα
στόμα εύλυτον προς λοιδορίαν [έκφραση] φαρμακομύτης # φαρμακόγλωσσα # κακόγλωσσος άνθρωπος
στόμα στρογγύλον [έκφραση - λατινικά os rotundum] γλαφυρό στόμα # εύγλωττος άνθρωπος
στόμα υσμίνης [έκφραση ποιητική] αδηφάγο στόμα της μάχης
στομαλγέω [ρήμα] πονώ στο στόμα # φλυαρώ # απεραντολογώ
στομαλίζομαι [ρήμα] λοιδορώ # βρίζω # χλευάζω
στοματεύω [ρήμα] θηλάζω ασελγώς # αισχρουργώ με τη γλώσσα # μιλώ ελεύθερα
στοματουργός [επίθετο δικατάληκτο] που ζει από το στόμα του (ρήτορας ή δικηγόρος) (σκωπτικά)
στομαυλέω [ρήμα] παίζω τον αυλό (με άγνωστο σε εμάς τρόπο) ΝΟΜΙΖΕΙΣ!!!
στομαχάω [ρήμα] πάσχω από το στομάχι # χολιάζω # οργίζομαι # χαλώ το στομάχι μου από την οργή
στομαχικός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη stomachic - ιταλική stomachico - η γαλλική stomacal - λατινικά stomachicus] ανήκων στο στομάχι # ο του στομαχιού # πάσχων από το στομάχι του
στόμβος [ο] στόμα φουσκωμένο # μεγαληγορία # κομπασμός # καύχηση # κόμπος # στόμφος # φανφαρονισμός # μεγαλοστομία # μεγαλορρημοσύνη # μεγαληγορία # χλευασμός # λοιδορία # κομπαστής # κομπορρήμων # μεγάλαυχος # μεγαλορρήμων # φανφαρόνος
στομήρης [επίθετο δικατάληκτο] έχων όμορφο στόμα # ευφραδής # εύγλωττος # γλυκύφωνος
στομίας [ο] αυτός που έχει μεγάλο στόμα # απειθής
στομοκάκη [η] σκορβούτο
στομόω [ρήμα] κλείνω το στόμα # φιμώνω # φράζω # εμφράζω # βάζω φίμωτρο # προκαλώ ευκοιλιότητα σε κάποιον # οξύνω # ακονίζω # αναστομώνω # ξαναβάφω μέταλλο # σκληρύνω # κάνω κάποιον δεινό ομιλητή # διδάσκω # ασκώ # δυναμώνω # ενισχύω # ισχυροποιώ # γυμνάζω # μαθαίνω # οχυρώνω # ασφαλίζω
στόμφαξ [ο] αυτός που μιλά και γεμίζει το στόμα του # κομπαστής # καυχησιάρης # κομπορρήμων # μεγάλαυχος # μεγαλορρήμων # φανφαρόνος
στομφαστικός [επίθετο τρικατάληκτο] μεταχειριζόμενος πομπώδεις λέξεις
στορέσαι το φρόνημα τινός [έκφραση] ρίχνω το ηθικό κάποιου ακληρωτί
στορύνη [η] χειρουργικό εργαλείο μυτερό και αιχμηρό
στορχάζω [ρήμα] μαντρίζω τα ζώα
στοχάζομαι [ρήμα - λατινικά collimo] σκοπεύω # σημαδεύω # ζητώ να πετύχω # αποβλέπω # έχω ως σκοπό # αναζητώ # πετυχαίνω στο σκοπό
στοχάς [η] λόφος τεχνικός που έστηναν πασσάλους παγίδας ζώων
στοχαστέον [ρηματικό επίθετο του στοχάζομαι - λατινικά collimandum] πρέπει να βάλουμε στόχους
να στοχαστούμε πως
στοχαστική [η] επιτηδειότητα να πετυχαίνει κάποιος το στόχο του σωστά
στόχος [ο - λατινικά conjectura] σταλίκι που κρατά τα κυνηγετικά δίχτυα # σταλίκι # παλούκι στο οποίο είναι στημένος στόχος για σημάδεμα # στόχος # στοχασμός # εικασία # συμπερασμός # σκοπός # σημάδι # σημάδεμα

Αλαφροκεφαλιά (ΚΑΤΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΟΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΟΔ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ  ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟ ΤΥΧΑΙΟ; )

αλαβαρχέω [ρήμα] είμαι τελώνης
αλαβαστοθήκη [η] θήκη αλαβάστρινων δοχείων
αλαβήτης [ο] ψάρι του Νείλου
αλαζονεία [η] φαντασία # κομπασμός # καυχησιά # καύχηση # καύχος # κόμπος # μεγαλαυχία # μεγαληγορία # μεγαλορρημοσύνη # μεγαλοστομία # ξιπασιά # στόμφος # φανφαρονισμός # έπαρση # αγυρτεία
αλαζονίας [ο] φαντασμένος # καυχηματίας # καυχησιάρης # παινεσιάρης # επηρμένος # κομπαστής # κομπορρήμων # μεγάλαυχος # παλάβρας
αλαζονοχαυνοφλύαρος [επίθετο δικατάληκτο] σαχλός καυχησιάρης
αλαζών [ο και η] αλαζόνας # γαύρος # εγωιστής # επηρμένος # κομπαστής # μεγαλόφρων # ξεπαρμένος # ξιπασμένος # οιηματίας # πεφυσιωμένος # υπερφίαλος # υπερόπτης # ψηλομύτης # ακατάδεκτος
αλάθητος [επίθετο δικατάληκτο] ανεξαπάτητος # αγέλαστος # που δεν ξεγελιέται εύκολα
αλαθής [ο - δωρικός τύπος της λέξης αληθής] αληθής
αλαίνω [ρήμα] περιφέρομαι # περιπλανιέμαι # μαίνομαι # παραφρονώ
αλαλαγμός [ο] αλαλαγή # αλαλητό # αλαλητός # ιαχή # οχλοβοή # κραυγή πολεμική # ζητωκραύγασμα # ζητωκραυγή # θόρυβος
αλαλύκτημαι [ρήμα] περιπλανιέμαι # περιφέρομαι ανήσυχα # ανησυχώ # στενοχωρούμαι
αλάμπετος [επίθετο δικατάληκτο ποιητικό] σκοτεινός # αλαμπής # άδοξος # άσημος
αλαμπία [η] έλλειψη φωτός # έλλειψη λάμψης # σκοτεινιά # γνόφος # μαυρίλα # σκοτασμός # σκοτάδι # σκότος
αλαόν έλκος ομμάτων [έκφραση] πληγή που οδηγεί σε τύφλωση
αλαοσκοπία [η] τυφλή σκοπιά # απρόσεκτη επαγρύπνηση # αβλεψία στην κατασκόπευση
αλαοτόκος [επίθετο δικατάληκτο] που γεννά τυφλά νεογνά
αλαόω [ρήμα - μέλλων αλαόσω] τυφλώνω
αλαπαδνοσύνη [η] αδυναμία # ασθένεια # αχαμνάδα # καχεκτικότητα # ατονία
αλαπάζω [ρήμα] αδειάζω # εκκενώνω # κενώνω # εξαντλώ # διαρπάζω # καταβάλλω # καταστρέφω # ερημώνω # εξολοθρεύω # ξολοθρεύω # αφανίζω
αλασταίνω [ρήμα] χολοσκάζω # χολοσκάνω # στενοχωριέμαι # δυσαρεστούμαι # σκάζω # μισώ # αγανακτώ
αλαστορία [η] μιαρότητα # ανοσιουργία # αισχρούργημα # ατιμία # κακία # πονηριά
αλάστορος [επίθετο δικατάληκτο] μιαρός # άτιμος # αισχρός # αλιτήριος # πονηρός
άλαστος [επίθετο δικατάληκτο] αλησμόνητος # αξέχαστος # ανεξάλειπτος # ανυπόφορος # αβίωτος # απαράδεκτος # διαβολεμένος # δυσβάστακτος # μιαρός # καταραμένος # αλιτήριος # απεχθής # ειδεχθής # στυγερός
αλάστωρ [ο] εκδικητής # τιμωρός που δεν ξεχνά # ειδεχθής # απεχθής # εναγής # στυγερός # διώκτης # τύραννος # λυμεών # βάνδαλος # εξολοθρευτής # καταστροφέας
αλάστωρ [ο] εκδικητής # τιμωρός που δεν ξεχνά # ειδεχθής # απεχθής # εναγής # στυγερός # διώκτης # τύραννος # λυμεών # βάνδαλος # εξολοθρευτής # καταστροφέας
αλάτας [ο - δωρικός τύπος της λέξης αλήτης] αλήτης
αλατεία [η - δωρικός τύπος της λέξης αλητεία] αλητεία
αλαωπός [επίθετο δικατάληκτο] τυφλός # σκοτεινός

Αλληφορσινός
άλλη και άλλη [έκφραση] πότε έτσι και πότε αλλιώς
αλληγορέω [ρήμα] μιλώ αλληγορικά
αλληγορητής [ο] ομιλητής που χρησιμοποιεί αλληγορίες
αλληγορία [η - εξ αυτής η αγγλική allegory - η ιταλική allegoria - η γαλλική allegorie - η γερμανική Allegorie] παραβολή # αλληγόρημα # αλληγορική διήγηση με ηθικό δίδαγμα
αλληλαίτιοι [οι] που φταίνε ο ένας για τον άλλο # αίτιοι αλλήλων # συνυπεύθυνοι # συνυπόλογος # υπεύθυνος μαζί με άλλον
αλληλένδετος [επίθετο δικατάληκτο] αμοιβαία συνδεόμενος
αλληλοβασία [η] αμοιβαίο καβαλίκεμα
αλληλοκτονέω [ρήμα] φονεύομαι αμοιβαία # αλληλοσφάζομαι
αλληλοκτονία [η] αλληλοσπαραγμός # αλληλοσφαγή # αλληλοσφαγία # εμφύλιος πόλεμος
αλληλοκτόνος [επίθετο δικατάληκτο] αμοιβαία φονεύων # αίτιος αλληλοκτονίας
αλληλούια [δοξαστικό επιφώνημα] αινείτε τον Κύριον
αλληλοφθόρος [επίθετο δικατάληκτο] αμοιβαία φθείρων και φθειρόμενος
άλληξ [η] χλαμύδα μικρή

αμούντσης
αμουσολογία [η] προστυχολογία # χυδαιολογία

αμυγδαλότοπος
αμυγδαλοειδής [επίθετο δικατάληκτο] όμοιος με αμύγδαλο # αμυγδαλένιος # αμυγδαλωτός # με σχήμα αμυγδάλου

αμφιτρίτη
αμφίτριψ [ο] τριμμένος παντού # πονηρός # κωλοπετσωμένος # καταφερτζής # καπάτσος # κάλτσα του διαβόλου # τετραπέρατος

αναρτίζω
ανάρτιος [επίθετο δικατάληκτο] μονός (όχι ζυγός)
μη άρτιος # δυσμενής # ενάντιος # παράξενος

ανατολίζω
ανατόλιος [επίθετο τρικατάληκτο] ανατολικός # από την ανατολή # προς την ανατολή # της Ανατολής # ανατολίτικος
ανατρίζω

ανθρωπάκης
ανθρωπαρέσκεια [η] προσπάθεια ή επιθυμία να αρέσεις στους ανθρώπους # φιλαρέσκεια # κοκεταρία # φροντίδα να αρέσεις στους άλλους
ανθρωπάριον [το] ανθρωπάριο # ανθρωπάκι # ανθρωπάκος

αντεμβοάω
αντεμβοάω [ρήμα] φωνάζω και εγώ εναντίον με τη σειρά μου

αντιβάκχειος
αντιβάκχειος πους [όρος της μετρικής] μετρικός πους - ~ (αντίθετος του βακχείου ~ - )

λυκοκάντζαρος
λυκοκτόνος [επίθετο δικατάληκτο] φονεύων λύκους  


Γνωμονική Ακολουθία - θανασης οικονομου(2053)


ψευδοβραχμάνοι
ψευδοβασιλεύς [ο] ψευδής βασιλεύς
ψευδοβοήθεια [η] απατηλή βοήθεια # στρατήγημα αντιπερισπασμού βοήθειας
ψευδοβούνιον [το] ψευδές βούνιον 


ofis66

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου