ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ -ΟΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ




ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ
μεταφέρω τους νεκρούς στον Άδη







Τιτανικός (961)
Γνωμονική Ακολουθία - τιτανικοσ(1555)


Αγριοσπουργίτης
  • αγροτικός # όχι ήμερος # άγριος # ακαλλιέργητος # αυτοφυής # ανήμερος # θηριώδης # ορμητικός # μανιώδης # κακοήθης (ιατρική)
ακαλογίνωτος
  • [ακαλος] πράος # ήπιος # σιγανός
Αλωπεκιδεύς
  • αλεπόπουλο # αλεπουδάκι
αναβακχιόω
  • εξάπτω βακχικό ενθουσιασμό # ενθουσιάζω
αναβράχω
  • αναβράζω # κοχλάζω # φουντώνω # ξαναβράζω # ζέω # χοχλακιάζω # παφλάζω
  • ράζω δυνατά # αναβράζω # κοχλάζω # φουντώνω # ξαναβράζω # ζέω # χοχλακιάζω # παφλάζω # χοχλάζω # χοχλακίζω # χοχλακώ
αναγνωστικόν
  • ο της ανάγνωσης # φιλαναγνώστης
αναπλημμυρέω
  • εκχειλίζω υπέρμετρα # υπερεκχειλίζω # ξεχειλίζω # πλημμυρίζω # υπερχειλίζω
ανεμπέδωτος
  • αναξιόπιστος # άπιστος # αφερέγγυος
  • άφοβα # χωρίς εκπλήξεις
  • άχρηστος για πλού
  • ακώλυτος # απρόσκοπτος # ελεύθερος
  • απούλητος
  • όχι εμπορικός
  • μη εμπίπτων # που δεν πέφτει

Ανθρωπόνεκρος
  • νεκρός # πτώμα ανθρώπινο
νεκρός # πεθαμένος # συχωρεμένος # αποθαμένος # μακαρίτης # πτώμα
  • νεκρός τουμπανιασμένος
νεκροστολεω και νεκροστολος
  • μεταφέρω τους νεκρούς στον Άδη
νεκροσυλια - γύμνωση των νεκρών
νεκρόσυλος –γυμνώνων πτώματα

ος

ος  - αυτός # ούτος # ετούτος # τέτοιος # οποίος # όπως ο # τέτοιος που # εκείνος που
ος - δικός του
ος αν - οιοσδήποτε # όποιος κι αν
ος αυτος αυτόν ουκ εχει – Σαμον θελει -όποιος δεν είναι κύριος του εαυτού του θέλει τη Σάμο (δηλ. τον ουρανό με τ' άστρα)
ος βούλει - ο καθένας που επιθυμεί # ο καθένας
ος γε -ο οποίος βέβαια # ο οποίος τουλάχιστον
ος κεν εμης γε χοίνικος άπτηται - όποιος τρώει από εμένα
ος ούπνα οίδε θέμιστα -  ο οποίος δεν καταλαβαίνει από δίκιο # ο οποίος έχει γραμμένο το νόμο στα παλιά του παπούτσια
ος τε θεαίς ευνάζεται αθανάτησιν - εκείνος που πηγαίνει με τις θεές (στο κρεβάτι)

όσα εντός δραχμών πεντήκοντα -κάτω από πενήντα δραχμές
όσα μέρη πανδοκεύεται -όσα μέρη έχουν πανδοχεία
όσα σιτίων εχόμενα εστιν -τα σχετικά με τα φαγητά
οσάκις - όσες φορές # κάθε φορά που
οσάκις αμφότεροι ήλιον εν λέσχη κατεδύσαμεν - όποτε συναντηθήκαμε νυχτώσαμε με την κουβέντα
οσαπλάσιος - όσες φορές περισσότερος
όσας δή μάχας νενικήκατε - όσες μάχες ήδη έχετε νικήσει
οσαχη - καθ' όσους τρόπους
οσαχήπερ - καθ' όσους τρόπους και εάν
οσαχού - σε τόσους πολλούς τόπους # οσάκις # όσες φορές
όσδος - όζος # ρόζος # κλωνάρι
όσδώ - όζω # μυρίζω άσχημα
όση δύναμις γε πάρεστι - όσο μπορώ # όσο περνάει από το χέρι μου
οσημεραί - όσες ημέρες # κάθε μέρα # από μέρα σε μέρα
οσία - θεία δίκη # θεία βούληση # συγχωρημένο από το θεό # θείος νόμος # θρησκεία # λατρεία # επικήδειες τιμές
οσία εστίν - είναι συγχωρημένο σύμφωνα με τη θεία θέληση
οσίας έκοτι (ένεκα)  - για τους τύπους # για το θεαθήναι
οσίκος - μικρούλης # τόσο μικρούλης
οσιομάρτυς - οσιομάρτυρας # όσιος που μαρτύρησε
οσιοπρεπώς - όπως πρέπει σε όσιο
όσιος - άγιος # ιερός # σύμφωνος με τους θείους νόμους # επιτρεπόμενος από τη θρησκεία # ευσεβής # ενάρετος # θείος # σεβάσμιος # ευλαβικός # αγιασμένος # καθαρός # καθαγιασμένος # δίκαιος # ακριβοδίκαιος
οσιουργέω - ιερουργώ # τελώ ιεροτελεστία # τελετουργώ # δικαιοπραγώ
οσιόω - εξαγνίζω # εξαγιάζω # καθαγνίζω # καθαρίζω # αγιάζω # αποκαθαίρω # αγνίζω # ευλογώ # καθαγιάζω # καθοσιώνω #
ελευθερώνω με θυσία εξιλασμού
οσιόω πνά τη γη - ενταφιάζω νεκρό
οσίρειος - ο του Οσίριδος
οσιριάζω - είμαι δεδομένος στη λατρεία του Οσίριδος
οσιωτήρ - θύμα εξαγνιστικής θυσίας

ανομοιογλωσσία
  • ετερογενής # ανομοιόμορφος # διαφορετικού γένους
  • διαφορετικού βάρους
  • διαφορετικότητα είδους
  • ο χωρίς ομοιοκαταληξία
  • αποτελούμενος από διαφορετικά μέρη
  • γίνομαι ανόμοιος
  • που έχει ανόμοιες πτώσεις
  • ανόμοιος # αλλιώτικος # ασύμφωνος # διαφορετικός #
  • διάφορος # άνισος # ασυνταύτιστος # ξεχωριστός # άμοιαστος
  • αποτελούμενος από διαφορετικές στροφές
  • διαφορετικός στο σχήμα
  • ανομοιότητα # έλλειψη ομοιότητας # ασυμφωνία # διαφορά #
  • διαφορετικότητα
  • που έχει ανόμοια ουσία # μη ομοούσιος # που δεν έχει την ίδια
  • φύση # ο της διαφορετικής ουσίας με κάποιον άλλον
  • διαφορετικού φύλου
  • διαφορετικού χρόνου
  • καθιστώ ανόμοιο # διαφοροποιώ # διαποικίλλω # μεταβάλλω
άνοιαν οφλισκάνειν - χρωστώ της Μιχαλούς # είμαι ανόητος # κάνω ανοησία
ανοιγεύες - αυτός που ανοίγει
ανοιγή --  άνοιγμα # άπλωμα
άνοιγμα -- μέρος ανοικτό # απλωσιά # άπλα # ευρυχωρία # απλοτοπιά #
απλοχωριά # θύρα # πόρτα # άνοιγμα # σχισμή # χαραμάδα
# τρύπα
Ανοίγνυμι - ανοίγω # αποσφραγίζω # διανοίγω # ευρύνω # ξανοίγω #
ανοίγομαι στο πέλαγος
ανοιδαίνω - φουσκώνω # πρήζω # πρήζομαι # διογκώνομαι #
τουλουμιάζω # τουμπανιάζω
ανοικτίρμων - ανοικτίρμων # άσπλαχνος # άκαρδος # ανελεήμων #
ανελέητος # ανεύσπλαχνος # ανηλεής # απόνετος # άπονος #
σκληρόκαρδος # σκληρός # σκυλόψυχος
ανοιστέος - πρέπει να αναφερθεί
ανοιστός  - αναφερόμενος # αναφερθείς # αποδοθείς # που αναπέμπεται
σε υψηλότερο δικαστήριο
ανόλβιος - ελεεινός # κακορίζικος # άπορος # δυστυχής # κακομοίρης #
κακότυχος # βαριόμοιρος # κακόμοιρος # δύσμοιρος #
φτωχός # ανόητος # μωρός # στερημένος λογικής

αναλοφυρομαι - ολοφύρομαι # θρηνώ # οδύρομαι # ολολύζω # σκούζω #
θρηνωδώ # κατολοφύρομαι # μοιρολογώ # μύρομαι #
ξεφωνίζω # οδύρομαι
ανολυμπίας - Ολυμπιάδα που δεν ήταν Ολυμπιάδα (που δεν έχει
καταχωρηθεί)
ανομεώ - ζω χωρίς νόμους # ενεργώ παράνομα # κάνω ανομίες # αδικώ
ανόμημα - ανόμημα # αδίκημα # αδικία # αμαρτία # κρίμα # παρανομία #
παράνομη πράξη
ανομία - ανυπαρξία νόμου # κακονομία # ανομία # παρανομία #
αναρχία # ζωή χωρίς νόμους # κακοδιοίκηση
ανομιλητος - ακοινώνητος # μισάνθρωπος # απρόθυμος για κοινωνικές
συναναστροφές # μονόχνοτος # αντικοινωνικός #
ασυγχρώτιστος # υποχονδριακός # μη επικοινωνών # μη
συνομιλών # αμέτοχος # αμόρφωτος # αδαής # άπειρος
ανομίλητος παιδείας - άμοιρος παιδείας # αμέτοχος παιδείας # απαίδευτος #
αμόρφωτος
ανόμιμος - μη νόμιμος

ανόμιχλος --  ο χωρίς ομίχλη # ανέφελος # αίθριος # ξάστερος
ανόμματος --  ο χωρίς μάτια # αόμματος # τυφλός
ανοργια - αμυησία # άγνοια των μυστηρίων

απαργυρόω

  • εξαργυρώνω # πληρώνω # πουλώ # μετατρέπω σε χρήμα
  • ασημώνω # πουλώ # παίρνω τα χρήματα των άλλων # εξαργυρώνω # μετατρέπω σε χρήμα # πληρώνομαι # πληρώνω
  • λογαριασμός σε αργύρια
απογράφω

  • αντιγράφω # απομιμούμαι # καταγράφω # γράφω κατά το
αρχέτυπο # εγγράφω # περνώ σε κατάστιχο # καταστρώνω
κατάλογο # καταστρώνω πίνακα # κάνω καταγραφή
περιουσίας # μηνύω # ενάγω # κατηγορώ # κάνω απογραφή

κύκλωπες
  • γίγαντες μονόφθαλμοι τέκνα του Ποσειδώνα
  • ζαριά # ριξιά στα ζάρια
μόχλευσις
  • κίνηση πράγματος με τη βοήθεια μοχλού # μετατόπιση με μοχλό # μόχλευση
Γνωμονική Ακολουθία - τιτανικοσ(2516)

σωμαφορέω
  • λείψανο νεκρού # πτώμα # σώμα # κορμί # άνθρωπος # πρόσωπο # άτομο # σκλάβος # δούλος # ανδράποδο # όγκος ύλης # μάζα # ουσία σύνθετη # κύριο μέρος # σύστημα
  • στερεό σώμα
  • τόπος αγοραπωλησίας δούλων
  • εμπορεύομαι δούλους
  • δουλεμπορία
  • κατατρώγων σώματα
  • θήκη νεκρού # νεκροθήκη # λειψανοθήκη # σαρκοφάγος
  • δουλέμπορος
  • φονεύων το σώμα
  • πλάστης # δημιουργός
  • φθείρω το σώμα# ευνούχος
  • σωματοφύλακας
  • έχων σωματική φύση # σαρκικός # υλικός # σωματικός
  • φυλακή
  • είμαι σωματοφύλακας
  • φρούρηση σωματοφύλακα
  • νεκροθήκη # τάφος # φυλακή
  • φύλακας του σώματος # φρουρός βασιλέως # δορυφόρος # σωματοφύλακας
  • με σώμα και ψυχή συνάμα
  • δυναμώνω το σώμα # τρέφω το σώμα # ενδυναμώνω # δυναμώνω # μεγαλώνω # συγκροτώ # διοργανώνω # ενώνω σε ένα σώμα # πυκνώνω # στερεώνω

ofis66

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου