ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Zeitgeist


Γνωμονική Ακολουθία – τσαιτγκαιστ (514)

Αβουλία
·         αβουλία [η] ασκεψία # αστοχασιά # απερισκεψία # ασυνεσία # αφροσύνη # προχειρότητα
άβουμα
  • αβουκόλητος [επίθετο δικατάληκτο] απαρατήρητος # αφανής # απεριποίητος
  • αβουλεί [επίρρημα] απερίσκεπτα # αστόχαστα # αβούλως
  • αβουλέω [ρήμα] δεν θέλω (υποδηλώνει άρνηση γενικώς)
  • αβούλημα [το] αστόχαστο έργο
  • αβουλής [επίθετο δικατάληκτο] ακούσιος # ανεπιθύμητος # δυσάρεστος # τυχαίος
  • αβουλία [η] ασκεψία # αστοχασιά # απερισκεψία # ασυνεσία # αφροσύνη # προχειρότητα
  • αβούλως [επίρρημα] απερίσκεπτα # αστόχαστα # κακόβουλα # κακοθελώς
  • αβούτης [ο] στερημένος βοδιών # φτωχός
αγαθοποιός
  • αγαθοποιός [επίθετο δικατάληκτο] αγαθοεργός # ευεργετικός # αγαθοποιός # καλός # φιλάνθρωπος(το πρόσωπο του προς τα έξω)
αγελαδοκόμος
  • αγελαδόν [επίρρημα - δωρικός τύπος της λέξης αγεληδόν] κοπαδιαστά # ομαδικά
αιγαιοπελαγικός
  • Αιγαίος [ο] Αιγαίο Πέλαγος (στόχος)
Αμανιταριά
  • αμανίται [οι - εξ αυτής η αγγλική amanita] μανιτάρια (παρασιτο)
αμολημένος
  • αμολγαίος [επίθετο τρικατάληκτο] καλοψημένος # γεμάτος γάλα
  • αμολγεύς [ο] καρδάρι # καρδάρα # καρδάρι αρμέγματος # αμολγεύς
  • αμολγή [η] άρμεγμα # άμελγμα # απομύζηση
  • αμολγός νυκτός [έκφραση] τέσσερις ώρες μετά τη δύση του ήλιου # τέσσερις ώρες πριν την ανατολή του ήλιου
  • αμόλυντος [επίθετο δικατάληκτο] καθαρός # αλέρωτος # που δεν λερώνει
ανελκτήρ
  • ανελκτός [επίθετο δικατάληκτο] που έχει ανασυρθεί # ανυψωμένος
βαιτάς
  • βαίτη [η] δερμάτινο ρούχο # γούνα # προβιά # δερμάτινη σκηνή βαρβαρική
  • βαιτοφόρος [επίθετο δικατάληκτο] που φορά δερμάτινο ένδυμα
  • βαίτυλος [ο] μετεωρίτης # μετεωρόλιθος # θραύσμα στερεού υλικού αστρικής προέλευσης
  • Βαιτοκκαικεύς [ο] επίθετο του Διός # Δίας
Βαλάσιος
  • βαλανάγρα [η] κλειδί # κλειδαριά # κλειδωνιά # κλείθρο # μηχανισμός με κλειδί
  • βαλανειόμφαλοι φιάλαι [έκφραση] τάσια με βαθούλωμα στο κέντρο
  • βαλανείον [το - εξ αυτής η αγγλική λέξη balneal - η γερμανική Bad - η γαλλική bain - η ιταλική bagno - από τη λέξη προήλθε η λατινική balneum από την οποία με αντιδάνειο έχουμε την νεοελληνική μπάνιο] λουτρό
  • βαλανείτης [ο] λουτράρης # ιδιοκτήτης ή υπάλληλος δημόσιου λουτρού # υπάλληλος λουτρού που έκοβε τις τρίχες και έκανε μασάζ και περιποίηση νυχιών # περίεργος # φιλοπερίεργος # κουτσομπόλης
  • βαλανευτική [η] τέχνη της περιποίησης των νυχιών των ποδιών και των χεριών
  • βαλανεύτρια [η] γυναίκα υπάλληλος λουτρού που έκοβε τις τρίχες και έκανε μασάζ και περιποίηση νυχιών
  • βαλανεύω [ρήμα] περιποιούμαι στο λουτρό # υπηρετώ
  • βαλανηρός [επίθετο τρικατάληκτο] ο του γένους της βελανιδιάς
  • βαλανηφάγος [επίθετο δικατάληκτο] που τρώει βελανίδια (κοινως κουτοχορτο)
  • βαλανηφόρος [επίθετο δικατάληκτο] που καρποφορεί βελανίδια
  • βαλανίζω [ρήμα] μαζεύω βελανίδια # κάνω κλύσμα σε κάποιον # βάζω υπόθετο σε κάποιον
  • βαλάνιον [το - υποκοριστικό της λέξης βάλανος] αφέψημα από βελανίδια # υπόθετο από σαπούνι που τοποθετείται στον πρωκτό για δημιουργία κένωσης του εντέρου # βελανιδάκι
  • βαλανοδόκη [η] τρύπα στην παραστάδα όπου μπαίνει το μάνταλο
  • βάλανος [η και ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη valonia] βελανίδι # βαλανίδι # βαλανιδιά # βελανιδιά # δρυς # δέντρος # βαλανοειδής καρπός # κάστανο # καρύδι # χουρμάς # βάλανος # κεφαλή του πέους # αμπάρα μανταλώματος # υπόθετο στον πρωκτό # όστρακο # μύδι # βάλανος αδένας
  • βαλανόω [ρήμα] μανταλώνω # κλειδώνω

  • βαλαντίδιον [το] πορτοφολάκι
  • βαλαντιητόμος [ο] πορτοφολάς # κλέφτης πορτοφολιών
  • βαλάντιον [το] βαλάντιο # κεμέρι # πορτοφόλι # πουγκί # ποσό 250 δηναρίων # ακόντιο
  • βαλαντιοσκόπος [ο] αυτός που παρατηρεί τα πορτοφόλια των άλλων
  • βαλαντιοτομέω [ρήμα] κλέβω πορτοφόλια
  • βαλαρός [ο - Κρητικός τύπος] φυγάδας # εξόριστος
  • βαλαύστιον [το - εξ αυτής η αγγλική λέξη baluster] ανθός της αγριοροδιάς

δειλόκαρδος
  • δειλοκάρδιος [επίθετο δικατάληκτο - βυζαντινός τύπος] δειλός # άναντρος # άτολμος
δεκάδρομος
  • δεκαδάκτυλος [επίθετο δικατάληκτο] που έχει δέκα δακτύλους # μήκους δέκα δακτύλων (192.6 χιλιοστών)
  • δεκαδαρχέω [ρήμα] είμαι αρχηγός σε διοίκηση αποτελούμενη από δέκα άντρες
  • δεκάδελτος [επίθετο δικατάληκτο] περιεχόμενος σε δέκα δέλτους (πίνακας ή πλάκες)
  • δεκαδικός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική και γαλλική λέξη decimal - γερμανική dezimal - ιταλική decimale] διαιρούμενος σε δεκάδες
  • αποτελούμενος από δεκάδες
ενριγισκάνειν
  • ενριγόω [ρήμα] τουρτουρίζω # ριγώ # ανατριχιάζω # τρεμουλιάζω # τρέμω
Γνωμονική Ακολουθία - τσαιτγκαιστ(831)
Αρτίκολλος
  • αρτίκολλος λόγος [έκφραση] καλά προσαρμοσμένος λόγος
  • αρτίκολλος [επίθετο δικατάληκτο] καλά κολλημένος # ευάρμοστος # καλά προσαρμοσμένος # ορθός # ταιριαστός
κοσμοπλάνος
  • κοσμοπλαστέω [ρήμα] πλάθω τον κόσμο
αθετητής
  • αθετητής [ο] παραβάτης
αλεξανδρινισμός
  • αλεξανδρίζω [ρήμα] μιμούμαι το Μέγα Αλέξανδρο
  • αλεξανδριστής [ο] θιασώτης του Αλεξάνδρου
απελπιστέον
  • απελπιστέον [ρηματικό επίθετο του απελπίζω] που πρέπει να στερήσουμε τις ελπίδες
άχριον
  • άχριστος [επίθετο δικατάληκτο] μη χρισμένος # αμύρωτος

Γνωμονική Ακολουθία - τσαιτγκαιστ(1345) ΒΑΣΙΚΗ

Κακόσπλαγχνος
  • κακόσπλαγχνος [επίθετο δικατάληκτο] έχων κακά σπλάγχνα # άνανδρος # δειλός # πάσχων στα σπλάχνα
  • κακοσύνθετος [επίθετο δικατάληκτο] κακής σύνθεσης
πορνοκοπέω
·         πορνοκοπέω [ρήμα] συναναστρέφομαι με πόρνες # είμαι πουτανιάρης
χοιρέμπορος
·         χοιρέμπορος [ο] έμπορος χοίρων

ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ

Ομόεθνος
  • ομόεθνος [επίθετο δικατάληκτο - λατινικά gentilis & cognatus] ο του ιδίου έθνους # ομοεθνής # συμπατριώτης # ομόφυλος # ομογενής

ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΖΩ ΑΡΚΕΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

το καταλάβαμε τώρα ότι σκοπός τους είναι ο αποπροσανατολισμός

OFIS66

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου