ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

χρυσή αυγή [η] απάτη


Νομίζουν ότι μπορούν αιωνίως να μας κοροϊδεύουν…
Νομίζουν ότι μπορούν να θυσιάζουν μέρος των ανθρώπων για τους σκοπούς τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί…
Νομίζουν ότι μπορούν να ελέγχουν τα πάντα…

Αφήστε τους να νομίζουν!!!  



Γνωμονική Ακολουθία - χρυσή αυγή (37)
άβλαβα
αβλαβύνιον [το] σειρά πλεκομένη παρ' Αιγυπτίοις εκ βύβλων προς κάθαρσιν ούσα
αβλαβής [επίθετο δικατάληκτο] άβλαπτος # μη βλαφθείς # ακέραιος # αλώβητος # άβλαβος # ανέπαφος # απείραχτος # ατόφιος # μη βλάπτων # αθώος
εάν  εκβαθύνουμε λίγο, διαπιστώνουμε τα εξής:
Παθ. Άνευ βλάβης χωρίς να υποστεί βλάβην
Συνων. αβλαβώς, αζημίως
Αντιθ. επιβλαβώς, επιζημίως. {βλέπε ακαδία και θα νοήσεις}

Αγκαζέ
αγκάζομαι [ρήμα αποθετικό επικός τύπος] αγκαλιάζω # ασπάζομαι # εγκολπώνομαι # εναγκαλίζομαι # κλείνω στην αγκαλιά μου
εάν  εκβαθύνουμε λίγο, διαπιστώνουμε τα εξής:
*κατειλημμένος εκ των προτέρων
*αλληλοκρατούμενοι δια των βραχιόνων
* ο κεκαμμένος βραχίων, Ηρόδοτος κλπ

αζηκά
άζηλος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν ζηλεύει # που δεν τον ζηλεύουν # που δεν έχει κάτι να του ζηλέψουν # ασήμαντος # ανάξιος # μηδαμινός # τιποτένιος # κατώτερος
αζήτητος [επίθετο δικατάληκτο] αδιερεύνητος # ανεξερεύνητος # ανεξέταστος # που δεν εξετάζει ή δεν εξετάζεται # αναπόδεικτος # ανεξακρίβωτος
εάν  εκβαθύνουμε λίγο, διαπιστώνουμε τα εξής:
πόλις Παλαιστίνης, κειμένη εις μικράν απόστασιν ΒΔ της Λάχις.

ακαδία
Ακαδήμεια [η - εξ αυτής η αγγλική Academe - η ιταλική accademia - η γερμανική Akademie] γυμνάσιο σχολή του Πλάτωνος
Ακαδημαϊκός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της Ακαδημίας
Σχόλιο η παραπομπή σε Πλάτων είναι καθαρά ενδεικτική με σκοπό να αποδόση το παρασκήνιο σε βάθος και σε όγκο 
εάν  εκβαθύνουμε λίγο ανακαλύπτουμε τα εξής:
«ιστορική ονομασία περιοχής εις το Α. τμήμα του Καναδά {μεγάλη μετατόπισης διασκορπισμός των κατοίκων της Ακαδίας εις ολοκλήρων την Β. Αμερική υπό των Άγγλων» 
Για σας που πιστεύεται επιφανειακά ότι η φιλοσοφία και η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής είναι των Ναζί.
Για σας που πιστεύεται χωρίς δεύτερη σκέψη, ότι όλα τυχαία γίνονται.
Θα εκπλαγείτε πόσες μα πόσες ιδεολογίες αντικρουόμενες προέρχονται από το ίδιο κέντρο εξουσίας. Πχ «στόχος»

αλέα
[Α, αλ βραχύ], η, Α [άλη, αλέομαι], Ιων. αλέη, άλυξις, διαφυγή, απόδρασις, εγγύθι μοι θάνατος...ουδ' αλέη, Ιλ. μετά γεν., προφυλακτήριον, σκεπή υετού, Ησ. Έργ. καί Ημ., πρβλ. αλεωρή. Επ. λέξις, Β [Α, αλ βραχύ], η, Ιων. αλέη, θερμότης, ζέστη, του πυρός, Οδ. αλλά συνηθέστερον του ηλίου, εν αλέη γενέσθαι, Ιππ. Αρχ. Ιητρ. παρά μεταγεν. πεζοίς, η ζωική θερμότης, Πλούτ. Ετυμολογία Εκ της αυτής ρίζης φαίνονται παραγόμενα: επαλής, είλη, ο ίδε, αν και το πνεύμα καθιστά την συγγένειαν δύσκολον εν ταύτη τη λέξει.
Θείβαι
θειάζω [ρήμα] θεοποιώ κάποιον ή κάτι # αποδίδω θεϊκές τιμές # λατρεύω ως θεό # προφητεύω # με πιάνει μαντικός οίστρος # είμαι θεός # είμαι από θεϊκό γένος # έχω θεία φύση # μιλώ και λέω ότι εκπροσωπώ το θεό
θειασμός [ο] έμπνευση θεία # ενθουσιασμός για το θείο # μαντεία # χρησμοδότηση # προφητεία # δεισιδαιμονία # πρόληψη
θείαφος [ο] θειάφι
θείη πομπή [η] θεία βούληση
θεϊκός [επίθετο τρικατάληκτο] ανήκων στους θεούς # προερχόμενος από τους θεούς # προστατευόμενος από τη θεϊκή δύναμη # αφιερωμένος στους θεούς # θεϊκός # θεσπέσιος # υπέροχος # ιερός # θαυμαστός # υπερφυσικός # ότι ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνάμεις # υπερκόσμιος # ουράνιος
θειόδομος [επίθετο δικατάληκτο] κτισμένος από το θεό # θεμελιωμένος από το θεό # κτισμένος για τους θεούς # κατασκευασθείς από το θεό

Γνωμονική Ακολουθία - χρυσή αυγή (251)

αβαρεμάρα
·         [Ν], η, αβαρεσιά. αβαρεσιά [Ν], φιλοπονία: προθυμία προς εργασίαν, αοκνία, αβαρεσιά που την έχεις να τρέχης για ξένες υποθέσεις.
Συνών., δραστηριότης, αβαρεμάρα, ακουρασιά, φιλεργία, εθελουργία.
Αντίθ., νωχέλεια, χαυνότης, νωθρότης, νωθρεία, δυσκινησία.
·         αβαρής [επίθετο δικατάληκτο] ελαφρός # κούφος # κενός # ο χωρίς βάρος
·         αβάρνομαι [ρήμα μέσον] στενάζω # ολολύζω # θρηνώ # βοώ
·          
Αγγλογάλλοι
·         αγγλογάλλοι [Ν], οι, κοινή ονομασία δι' ής προσδιωρίζονταο εν Ελλάδι κατά τον Α Παγκόσμιον Πόλεμον οι πολιτικοί και στρατιωτικοί των δύο δυτικών χωρών της Αντάντ.
·         αγγαρεία [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη angary - η ιταλική angaria] ταχυδρομική υπηρεσία των αρχαίων Περσών βασιλέων # κάτεργο # καταναγκαστική εργασία απλήρωτη # χαμαλίκι # άχαρη απασχόληση # δυσάρεστη υποχρέωση
·         αγγαρευτής [ο] που έχει στην υπηρεσία του ταχυδρόμο με τη βία στρατολογημένο (για Πέρση βασιλιά)
·         αγγαρεύω [ρήμα] υποβάλλω κάποιον σε καταναγκαστική ταχυδρομική υπηρεσία # βάζω σε κάτεργο
·         αγγείδιον [το - υποκοριστικό της λέξης αγγείον] μικρό δοχείο # μικρό σκεύος # μικρή θήκη
·         αγγελική όρχησις [έκφραση] μιμικός χορός σε συμπόσιο (από τους κατοίκους της αρχαίας ελληνικής Σικελίας)
·         αγγούριον [το - λατινικά cucumia] αγγούρι # καρπούζι (κατά ορισμένους)
αθλίας
·         άθλιος [επίθετο δικατάληκτο και επίθετο τρικατάληκτο] άθλιος # ελεεινός # εξαθλιωμένος # κακορίζικος # μίζερος # ταλαίπωρος # επίμοχθος # επίπονος # κουραστικός # πολύμοχθος
αναπηρία
·         αναπηρία [η] αναπηρία # αγκύλωση # σακατιλίκι # σακάτεμα
·         [Α], η, το ουσιαστ. του ανάπηρος, χωλότης, πήρωσις, Κρατίνος εν Πλούτοις, περί της γλώσσης του κροκοδείλου, ο αυτ. π. Ζ. Μορ.
αλίσβη
·         αλίσβη [η] απάτη

Γνωμονική Ακολουθία - χρυσή αυγή (406)

αγγλομανής
·         [Ν], ούς, ές, ο φανατικός απομιμητής, ο θαυμαστής των αγγλικών συνηθειών και τρόπων.

Κρόνια
·         Κρόνια [τα] γιορτή στις 12 Εκατομβαιώνος (27 Ιουλίου) σαν τα σατουρνάλια των Ρωμαίων και το σύγχρονο καρναβάλι
Κρόνιος
·         κρόνιος [επίθετο τρικατάληκτο] ο του Κρόνου # παμπάλαιος # σκουριασμένος # ξαναμωραμένος # πανάρχαιος # απαρχαιωμένος

Αυτά τα λίγα είναι αρκετά καλή μελέτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου