ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα - πίσω από την κουρτίνα


Εύχομαι να βγω ψεύτης αλλά την ενδεκάτη ημέρα μόλις κλείσει ο κύκλος αυτός ο θεός να βάλει το χέρι του βλέπω ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ {όχι εμφύλιο} ή στην πιο ήπια μορφή του πολιτειακή ανωμαλία και αλλαγή πολιτικού σκηνικού.
Το θετικό είναι ότι δεν φαίνεται πουθενά ακόμα τουλάχιστον στρατιωτική ανάμειξη και πολύ σωστά και σώφρων θα πράξουν. Δεν έχουμε ανάγκη από μια δεύτερη Κύπρο.
Ειλικρινά λυπάμαι που για μια ακόμα φορά μας έχουν παραπλανήσει και τυφλώσει. ΕΡΡΩΣΘΕ   


Γνωμονική Ακολουθία - αγανακτισμενοι στο συνταγμα(2326)

Αμπελοφύτωρ
αμπελοφύτωρ [ο] φυτευτής κλημάτων (επίθετο του Βάκχου) # Βάκχος # Διόνυσος

αμυσταγώγητος
αμυσταγώγητος [επίθετο δικατάληκτο] αμύητος στα μυστήρια

ανωφορέω
ανώφορος [επίθετο δικατάληκτο] ανηφορικός # ανάντης # προσάντης

αρχοντεύω
αρχοντεύω [ρήμα] προεδρεύω

δυσαναφόρως
δυσανάφορος [επίθετο δικατάληκτο] δυσβάστακτος # ανυπόφορος # αβάσταχτος # αβίωτος # ανυπόφερτος # απαράδεκτος # ασήκωτος # αφόρητος
δυσαναφορικός [επίθετο τρικατάληκτο] αναφέρων δύσκολα κάτι # αναφερόμενος δύσκολα σε κάτι

εγχωριάζω
εγχώριος [επίθετο δικατάληκτο & τρικατάληκτο] εντόπιος # ιθαγενής # γηγενής # επιχώριος # εγχώριος # ντόπιος # αγροτικός # χωριάτικος
εγχώριον [επίρρημα] κατά τα ήθη του τόπου

εκατομμυριούχος
Εκατόμβαια [τα] γιορτή που θυσίαζαν εκατόμβες βοδιών στις 28 Εκατομβαιώνος (13 Αυγούστου)
εκατόμβη [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη hecatomb - η ιταλική ecatombe - η γαλλική hecatombe] θυσία 100 βοδιών # μεγάλη και πανηγυρική θυσία
εκατόμβη βούπρωρος [έκφραση] θυσία 99 προβάτων και ενός βοδιού (το βόδι προηγείται στη πομπή)
εκατόμβοιος [επίθετο δικατάληκτο] αξίζων 100 βόδια (ζώα ή νομίσματα) # πολύτιμος
εκατόμπεδον [το] Παρθενώνας στην Ακρόπολη
εκατομφόνια [τα] θυσία για το φόνο 100 εχθρών

θωρακοχειρουργική
θωρακοπώλης [ο] πωλών θώρακες
θωρακοφορία [η - Βυζαντινός τύπος] τοποθέτηση θώρακα
θωρακοειδής [επίθετο δικατάληκτο] όμοιος με θώρακα

κασωρεύω
κασωρεύω [ρήμα] πορνεύω

κατωτέρω
κατωτέρωθεν [επίρρημα] από το παρακάτω μέρος # βαθύτερα # πιο βαθιά

πατροτροφέω
πατροτύπτης [ο] που δέρνει τον πατέρα του # πατραλοίας # πατροκτόνος

περιφυλάσσω
περιφυλάσσω [ρήμα] περικλείω ολόγυρα # φυλάγω κάτι από παντού

συγκατασκάπτω
συγκατασκάπτω [ρήμα] κατακρημνίζω μαζί # εξολοθρεύω μαζί # αφανίζω ολότελα και μαζικά

συνενυπόστατος
συνενυπόστατος [επίθετο δικατάληκτο] ομοούσιος # έχων την ίδια φύση # έχων την ίδια ουσία

φιλοεστιάτωρ
φιλοεστιάτωρ [ο] αγαπών να φιλεύει # φιλόξενος

φωσφατίδια
φωσφόρος [επίθετο δικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη phosphorus] φέρων φως # φωτεινός # φωτοβόλος # ακτινοβόλος

χειραφετέω
χειραφετέω [ρήμα] απελευθερώνω (σκλάβο)

ψυχρεύομαι
ψυχρεύομαι [ρήμα] μιλώ ψυχρά # φέρομαι ψυχρά

ψυχρομετρία
ψυχρομιγής [επίθετο δικατάληκτο] ανακατωμένος με κρύο νερό
ψυχρομυθουργία [η] άνοστο διήγημα


Γνωμονική Ακολουθία - αγανακτισμενοι στο συνταγμα(1438)

Αδημαγώγητος
αδημιούργητος [επίθετο δικατάληκτο] ατακτοποίητος # ακάμωτος # αγίνωτος # ακατέργαστος # αδούλευτος # αδέψητος # ανεπεξέργαστος
αδημοκράτητος [επίθετο δικατάληκτο] όχι δημοκρατικός
αδημονέω [ρήμα] ανησυχώ # στενοχωρούμαι # είμαι ταραγμένος # αδημονώ
αδημοσίευτος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν έχει διαδοθεί # μυστικός

αεροκιβώτιον
αεροκόραξ [ο] κόρακας που περπατά στον αέρα (φανταστικό πτηνό που το αναφέρει ο Λουκιανός)
αεροκώνωψ [ο] κουνούπι που περπατά στον αέρα (φανταστικό ον)

αιδελφορσίτης
αιδέομαι [ρήμα - μέλλων αιδέσ(σ)ομαι αόριστος ηδεσάμην - ηδέσθην] ντρέπομαι # αιδούμαι # αισχύνομαι # διστάζω από συστολή # εντρέπομαι # καταντρέπομαι # κοκκινίζω από ντροπή # νιώθω ντροπή # ερυθριώ από ντροπή # συγχωρώ # σέβομαι # τιμώ
αίδεσις [η] σέβας # συγχώρηση # σεβασμός # ευλάβεια προς τους μεγαλύτερους
αιδεστός [επίθετο τρικατάληκτο] σεβάσμιος # αξιοσέβαστος # σεβαστός # σεπτός

αλληλευεργετούμαι
αλληλέγγυος [επίθετο δικατάληκτο] συνυπεύθυνος # συνυπόλογος # αμοιβαία υπόχρεος
αλληλένδετος [επίθετο δικατάληκτο] αμοιβαία συνδεόμενος

αμφιθοάζω
αμφιθοάζω [ρήμα] περιτρέχω # σπεύδω τριγύρω

αναθορυβέω
αναθορυβέω [ρήμα] κάνω θόρυβο # επικροτώ με θόρυβο

ανοστίζω
ανόστιμος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν μπορεί να επιστρέψει # που δεν πρέπει να επιστρέψει # απ' όπου δεν μπορεί κάποιος να επιστρέψει # απ' όπου δεν υπάρχει γυρισμός # άνοστος # ανούσιος

αντιπαραμένω
αντιπαραμετρέω [ρήμα] αμοιβαία μετρώ και συγκρίνω

αποσκολοπίζω
αποσκολοπίζω [ρήμα] αφαιρώ τους πάσσαλους

αποσκορπίζω
αποσκορπίζω [ρήμα] διασκορπίζω # διασκορπώ # εγκατασπείρω # σκεδάζω # σκορπίζω

αυτοβοήθητος
αυτοβοηθέω [ρήμα - βυζαντινός τύπος] βοηθώ ο ίδιος τον εαυτό μου

βάκχευσις
βάκχευσις [η] διονυσιασμός # βακχεία # μανία # οργιαστική έξαρση # όργιο βακχικό

γονοκτονέω
γονοκτονέω [ρήμα] φονεύω τα ίδια μου τέκνα

γονυκλινέω
γονυκλινέω [ρήμα] γονατίζω # πέφτω στα γόνατα

ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΔΩΣΤΕ ΜΕΓΑΛΗ ΒΑΣΗ
δημηγορεύω
δημηγορέω [ρήμα] είμαι δημηγόρος # μιλώ στο λαό # λέγω ευχάριστα και όχι τα αληθή και ωφέλιμα για να εξαπατήσω το λαό # δημηγορώ # αγορεύω # ρητορεύω

διδύσκω
διδυμόζυγος [επίθετο δικατάληκτο] διπλά ζεμένος # διπλός
διδυμόζυξ δίφρος [ο] άρμα με δύο άλογα

έγκρυψις
έγκρυψις [η] κρύψιμο μέσα # χώσιμο

διελευθερόω
διελευθερόω [ρήμα - βυζαντινός τύπος] ελευθερώνω τελείως

δυσβατοτοπία
δύσβατος [επίθετο δικατάληκτο] αδιάβατος # κακοτράχαλος # ακατανίκητος (μεταφορικά)

επακκουμβώ
επακμάζω [ρήμα] φτάνω σε ακμή # ακμάζω # ακμάζω έπειτα # επιζώ # ευδοκιμώ # ευημερώ # θάλλω # προκόβω # σφύζω
επακμαστικός [επίθετο τρικατάληκτο] επαυξανόμενος
Επακμόνιος [ο] Ποσειδώνας
επακολουθέω [ρήμα] επακολουθώ # ακολουθώ # επέρχομαι # ακολουθώ κατόπιν # παρέπομαι # παρακολουθώ # διώκω # καταδιώκω # παρακολουθώ νοερά # εννοώ # υπακούω # υποτάσσομαι # αφοσιώνομαι # ενδίδω
επακολούθημα [το] παρεπόμενο # συνέπεια # αποτέλεσμα # επακόλουθο # παρακολούθημα # απόρροια # απότοκο
επακολούθησις [η] επακολουθία # επακολούθηση # επακόλουθο # απόρροια # συνέπεια
επακολουθητέον [ρηματικό επίθετο του επακολουθέω] πρέπει να ακολουθήσουμε # πρέπει να καταδιώξουμε
επακοντίζω [ρήμα] εξακοντίζω # ακοντίζω # εκσφενδονίζω # εκτοξεύω # εξαπολύω # ρίχνω κατεπάνω # επιρρίπτω
επακρίζω [ρήμα] φτάνω στο έπακρο # υπερβαίνω τα όρια
έπακρος [επίθετο δικατάληκτο] καταλήγων σε οξεία άκρη # σουβλερός
επακταί ημέραι [αι - εξ αυτής η αγγλική λέξη epact] περίοδος 11 ημερών εμβόλιμων για εξίσωση της διαφοράς του σεληνιακού με το ηλιακό έτος
επακτός μανία [η] σφοδρή μανία
επάκτρια [η] ψαροκάικο # ψαροπούλα # πειρατική βάρκα
επακτώ δυνάμει όρκος [έκφραση] όρκος που επιβάλλεται από τον αντίδικο και όχι εθελοντικά

εφεκτικότης
εφεκτικοί [οι] σκεπτικιστές φιλόσοφοι
εφεκτικός [επίθετο τρικατάληκτο] έχων δύναμη να σταματά # κωλυτικός # εμποδιστικός # παρεμποδιστικός

θεσμοθετώ
θεσμοθετείον [το] πρυτανείο # μέρος όπου συνεδρίαζαν οι νομοθέτες # βουλή # βουλευτήριο

θυμορραίστης
θυμοραϊστής [ο] αφανίζων τη ζωή

ισχνότης
ισχνότης [η] λιγνάδα # αδυναμία # ισχνότητα # ανεπάρκεια # γλισχρότητα # ξηρότητα # απλότητα # φυσικότητα ύφους (αντίθετα με τον πλατειασμό) # βραχυλογία

καθερμηνεύω
καθέρματα [τα] σκουλαρίκια

καθυπερτέρησις
καθυπερτέρησις [η] υπέρτερη θέση # ύψιστο σημείο αστερισμού

καταϊσχαλέος
καταισχρεύομαι [ρήμα] αισχρολογώ # αχρειολογώ # βωμολοχώ # χυδαιολογώ
καταισχυμμός [ο] ατίμασμα # καταντρόπιασμα # ονειδισμός # ντρόπιασμα # ατίμωση # κηλίδωση
καταισχυντήρ [ο] καταισχύνων # αυτός που ντροπιάζει # αυτός που ατιμάζει

κατακρεούργησις
κατακρεουργέω [ρήμα] κομματιάζω # λιανίζω

κερατώδης
κερατώδης [επίθετο δικατάληκτο] κερατοειδής # έχων σχήμα κέρατος # όμοιος με κέρατο

κηροτρόφος
κηροτρόφος [επίθετο δικατάληκτο] φθοροποιός # θανατηφόρος # θανάσιμος
κηρότροφος [επίθετο] παράγων κερί # γεννών κερί # κέρινος

κινησιοτροπισμός
κινησίγαιος [ο] ο σείων τη γη (επίθετο του Ποσειδώνα που τον θεωρούσαν υπαίτιο των σεισμών) # Ποσειδώνας
κίνησις [η - εξ αυτής οι αγγλικές λέξεις kinesic - kinesics - kinesiology - telekinesis - psychokinesis] κίνηση # στρατιωτική κίνηση # κούνημα # σάλεμα # σήκωμα στο ποδάρι # μεταβολή # αλλαγή # ερεθισμός # έξαψη # ταραχή # στάση # πολιτική μεταβολή # μεταπολίτευση # ηδονή # κίνησις λεία σαρκός # γραμματική κλίση ιδίως ρήματος
κινησιφόρος [επίθετο δικατάληκτο] προξενών κίνηση # κινητήριος
κινησίχθων [ο και η] σείων τη γη

κλαουρίζω
κλαγγάζω [ρήμα - λατινικά clango] φωνάζω # κραυγάζω # κράζω # ξεφωνίζω # αλαλάζω
κλαγγή [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη laugh - λατινικά clangor] κραυγή # οξύς ήχος # φωνή # άναρθρη φωνή # φλοίσβος # κρότος # θόρυβος # αντάρα # βαβούρα # βόμβος # κοσμοχαλασιά # νταβαντούρι # νταβατούρι # ντόρος # πανδαιμόνιο # πάταγος # σάλαγος # σαματάς # σούσουρο # ταραχή # φασαρία # χλαπαταγή
κλαδαρόμματος [επίθετο δικατάληκτο] με γλαρά μάτια # με ηδυπαθή μάτια # με μάτια υγρά από ερωτική συγκίνηση # λιγωμένος από ηδονή # γλαρωμένος # ερωτόληπτος
κλάδευσις [η] κλάδεμα # κλάδευση # κόψιμο άχρηστων κλαδιών
κλαδούχος [επίθετο δικατάληκτο - Δωρικός τύπος της λέξης κλειδούχος] κλειδοκράτορας
Κλαζομεναί [αι] πόλη της Ιωνίας στο κόλπο της Σμύρνης
κλαίειν λέγω σοι [έκφραση] σκάσε!
κλαμβός [επίθετο τρικατάληκτο - μεταγενέστερος τύπος] κολοβός
κλαρίον [το - δωρικός τύπος της λέξης κληρίον] μικρή κληρονομιά # χρεωστική ομολογία # ομόλογο # συναλλαγματική
κλάροισι θεοπροπέων [έκφραση] με κλήρους μαντεύων το θέλημα των θεών
κλαρονομέω [ρήμα - Δωρικός τύπος της λέξης κληρονομέω] κληρονομώ # κληρονομιά λαμβάνω # είμαι κληρονόμος # κάνω κληρονόμο # κληροδοτώ # αφήνω κληρονόμο # μετέχω # συμμετέχω # επιτυγχάνω # απολαμβάνω
κλάρος [ο - Δωρικός τύπος της λέξης κλήρος] κλήρος # λαχνός # ρίξιμο λαχνού # κλήρωση # εξαγωγή λαχνού # μερτικό # μερδικό # μερίδιο # μοίρα # κληρονομιά # κτήμα # ιερατείο # κληρικοί # παπαδαριό # πρεσβυτέριο # βλαβερό έντομο για τις μέλισσες
κλαρώται [οι - στην Κρήτη] είλωτες # σκλάβοι
κλαυθμηρός [επίθετο τρικατάληκτο] παραπονετικός # κλαψιάρικος # πένθιμος # θρηνητικός # λυπητερός
κλαυθμυρίζω [ρήμα] κάνω κάποιον να κλαίει # κλαίω σαν μωρό παιδί # κλαίω παραπονετικά και σιγανά # κλαψουρίζω # κλαουρίζω # κλαυθμυρίζω # κλαίω συνεχώς χαμηλά # μεμψιμοιρώ # παραπονιέμαι
κλαύσεται [έκφραση] θα τον πάρει και θα τον σηκώσει
κλαυσίμαχος [επίθετο δικατάληκτο - λογοπαίγνιο με το όνομα Λάμαχος] κλαίων εξ αιτίας της μάχης

κλοιώτης
κλοιώτης [ο] δεμένος με σιδερένιο περιλαίμιο # δεσμώτης

κολατσίζω
κολάκευμα [το - λατινικά adulatio] κολακεία # γαλιφιά # γλείψιμο # θυμίαμα # καλόπιασμα # λιβανωτός # λιβάνισμα
κολακευτής [ο] κόλακας
κολακευτικός [επίθετο τρικατάληκτο - λατινικά adulatorius] ανήκων ή επιτήδειος στη κολακεία
κολακεύω [ρήμα - λατινικά adulor] καλοπιάνω # κολακεύω # γλείφω # θυμιατίζω # κομπλιμεντάρω # λιβανίζω
κολακίς [η] σκλάβα που σκύβει για να πατήσει επάνω της κάποιος
κόλαξ [ο - λατινικά adulator] κόλακας # κωλογλείφτης # τσανακογλείφτης # αυλοκόλακας # γαλίφης # γλείφτης # γλειψιματίας # θωπευτής # κομπλιμεντόζος # κόφτης # λιβανιστής # πινακογλείφτης # τσάτσος
κόλασμα [το] παίδευση για βελτίωση σφάλματος
κολαστήρ [ο] αυτός που παιδεύει # τιμωρητής # βασανιστής
κολαστήριον [το] τόπος τιμωρίας # εργαλείο τιμωρίας # βασανιστήριο
κολαστήριος [επίθετο τρικατάληκτο] σωφρονιστικός # διορθωτικός
κολαφίζω [ρήμα] χαστουκίζω # ραπίζω # μπατσίζω # κακοποιώ
κολαφισμός [το] ράπισμα # μπάτσισμα # χαστούκισμα # κόλαφος # μπάτσα # χαστουκιά # σκαμπίλι # μπάτσος # σφαλιάρα
κολαφιστικώς [επίρρημα] με μπάτσους
κόλαφος [ο - εξ αυτής η αγγλική και γαλλική λέξη coup] μπάτσος # χαστούκι # μπατσιά # μπάτσα # σκαμπίλι # χαστουκιά # ανάποδη # ξεγυρισμένη

κολαφίζω
κολαφίζω [ρήμα] χαστουκίζω # ραπίζω # μπατσίζω # κακοποιώ

ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΑ ΒΑΖΕΙ ;
Κοσμοζωάριον
κοσμοδεσπότης [ο] άρχων του κόσμου # πλανητάρχης
κοσμοκράτωρ [ο] εξουσιάζων τον κόσμο # παντοκράτορας # διάβολος
κοσμοκτόνος [ο] αφανιστής του κόσμου
κοσμομανής [επίθετο δικατάληκτο] νεμόμενος μανιωδώς τον κόσμο
κοσμοπλόκος [επίθετο δικατάληκτο] συγκρατών ή διευθύνων τον κόσμο
κοσμοποιέω [ρήμα] χτίζω τον κόσμο
κοσμοδιοικητικός [επίθετο τρικατάληκτο] αφορών τη διοίκηση του κόσμου # διοικών τον κόσμο
κοσμοκτόνος [ο] αφανιστής του κόσμου
κοσμομανής [επίθετο δικατάληκτο] νεμόμενος μανιωδώς τον κόσμο


ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΟΛΕΜΑΕΙ
κοσμοκτίστωρ [ο] πλάστης του κόσμου
κοσμοποιητής [ο] δημιουργός του κόσμου
κοσμογένεια [η] δημιουργία του κόσμου
κοσμογόνος [επίθετο δικατάληκτο] γεννήσας τον κόσμο # πλάστης του κόσμου
κοσμοθέτης [ο] διευθετών τον κόσμο # κυβερνήτης του κόσμου (Θεός)
κοσμοκτίστωρ [ο] πλάστης του κόσμου
Κοσμοπλόκος [ο] Απόλλωνας

ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΩ ΓΙΝΕΤΑΙ
κοσμογενής [επίθετο δικατάληκτο] γεννηθείς στον κόσμο
κοσμολαμπής [επίθετο δικατάληκτο] φωτίζων τον κόσμο # λαμπρός # υπέρλαμπρος
κοσμολογία [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη cosmology - ιταλική cosmologia - γαλλική cosmologie] διδασκαλία περί του κόσμου
κοσμοπολίτης [ο - εξ αυτής η αγγλική & γαλλική λέξη cosmopolite - ιταλική cosmopolita] πολίτης όλου του κόσμου
κοσμορύστης [ο] διατηρών τον κόσμο
κόσμος [ο - εξ αυτής το αγγλικό πρόθεμα cosmo
και η λέξη cosmos - ιταλική cosmo - γαλλική cosmos και οι λέξεις cosmocampus - cosmogony - cosmographer - cosmolatry - cosmology - cosmonaut - cosmopolitan - cosmopolite - cosmotron] κόσμημα # στολίδι # έπαινος # τιμή # ευκοσμία # τάξη # ευταξία # ευσχημοσύνη # διάταξη # διευθέτηση # κατασκευή # διακόσμηση # καθεστώς πολιτικό # στολισμός # τιμή
δόξα # σύμπαν # κτίση # οικουμένη # άνθρωποι # ανθρώπινο γένος


κουπανίζω
κου μόνον βουλεύματα αλλ' έργα δεινά [έκφραση] και όχι μόνο λόγια αλλά και φοβερά έργα
κούρητες [οι] νεαροί # παλικάρια # νέοι στρατεύσιμοι
κούριον [το] σφάγιο προσφερόμενο στην κουρεώτιν ημέρα των Απατουρίων
κουροτρόφος ειρήνη [έκφραση] ειρήνη που τρέφει τον άνθρωπο
κουροτρόφος ελπίς [έκφραση] ελπίδα που τρέφει τον άνθρωπο
κούφα σοι χθων επάνω πέσοι [έκφραση - λατινικά siti tirbi terra levis] ας πέσει επάνω σου ελαφρό χώμα # γαίαν έχοις ελαφράν
κούφη στρατιά [η] ελαφρά οπλισμένη στρατιά
κουφόνοια [η] αλαφρομυαλιά # ανοησία # αμυαλιά # ανεμυαλιά # απερισκεψία # χαζομάρα # επιπολαιότητα
κουφοσύνθετος [επίθετο δικατάληκτο] εύκολα συντιθέμενος
κούφως φέρω [έκφραση] δεν έχω πάρει κάτι σοβαρά

κουτοπόνηρος
κουτάλη [η] σκυτάλη {ΕΝΝΟΕΙ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΑΠΕΛΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ}

κρεατώδης
κρέα [τα] μαγειρεμένο κρέας # φαγητό από κρέας
κρέα αμφ' οβελοίσιν έπειραν [έκφραση] πέρασαν τα κρέατα στις σούβλες
κρεαδοσία [η] δόσιμο κρέατος

κυνόπρηστις
κυνόπρηστις [ο] έντομο φαρμακερό για τους σκύλους # σκαθάρι (είδος) που όταν το φάει το βόδι πρήζεται # είδος σκαθαριού που όταν το φάει ο σκύλος πρήζεται

λειψοφεγγαριά
λειψοσέληνον [το] χασοφεγγαριά # λειψοφεγγαριά # χάση του φεγγαριού

λιγυπνείων
λιγυπνείων [ο] πνέων με γλυκιά πνοή

λιπομήτωρ
λιπομήτωρ [επίθετο δικατάληκτο] εγκαταλειμμένος από την μητέρα του # που εγκατέλειψε τη μητέρα του

λοξοκοιτάζω
λοξοκίνητος [επίθετο δικατάληκτο] κινούμενος λοξά (πλάγια)

ουνομάζω
ουνομάζω [ρήμα] ονομάζω # αναφέρω το όνομα # καλώ ονομαστικά # αποκαλώ # βαφτίζω # δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι # κατονομάζω # ονοματίζω # ονοματοθετώ # απαριθμώ # επονομάζω # προσονομάζω

ποντοκώμη
ποντοκύκη [η - επίθετο] αυτή που τρικυμίζει τη θάλασσα

πραγματευτής
πραγματευτής [ο - λατινικά negotiator] έμπορος # πραματευτής # πλανόδιος έμπορος # πράκτορας

προσεγκρίνω
προσεγκρίνω [ρήμα] παραδέχομαι ακόμη περισσότερο # επιδοκιμάζω ακόμη περισσότερο # εγκρίνω ακόμη περισσότερο # επιλέγω με εκλογή # διαλέγω κάποιον ανάμεσα στους άλλους # αποδέχομαι

φιλήμων
φιλημοσύνη [η] αγάπη # φιλία # αίσθημα φιλίας # φιλική διάθεση # φιλοφροσύνη

ωρολογοποιείον
ωρολογητής [ο] λέγων την ώρα # ωρομίσθιος # λαμβάνων αργύριο (χρήμα) για κάτι
ωρολογικός [επίθετο τρικατάληκτο] ωρολογιακός # του ρολογιού # ρυθμισμένος σε ώρες

ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ
συλήω
σύλησις [η] διαρπαγή # λεηλάτηση # λαφυραγώγηση # λαφυραγωγία λεηλασία # πλιατσικολόγημα # σκύλευση # αρπαγή # απογύμνωση # άρπαγμα # γδύσιμο # διαγούμισμα # κλοπή
συλήτωρ [ο] συλητής # άρπαγας # ληστής # αγιογδύτης # αετονύχης # διαγουμιστής # κλέφτης # κουρσευτής # πλιατσικολόγος # σφετεριστής # αδίστακτος κλέφτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου