ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

σπίθα κίνημα πολιτών μικης θεοδωρακης


Γνωμονική Ακολουθία - σπίθα κίνημα πολιτών μικης θεοδωρακης(3264)

γαστροπτύχωσις ψυχροφαντάσματα
γαστροπτύχωσις
  • γαστρόπτης [ο] σκεύος μαγειρικό
ψυχροφαντάσματα
·         ψυχροφόβος [επίθετο δικατάληκτο] φοβούμενος το κρύο νερό
·         ψυχροφόρος [επίθετο δικατάληκτο] φέρων ψυχρό νερό

Γνωμονική Ακολουθία - σπίθα κίνημα πολιτών μικης θεοδωρακης(2017)

αγκυλογλώχιν
  • αγκυλογλώχιν [ο και η αγκυλογλώχιν] με στραβή γλωσσίτσα
αεροφωτοπλάξ
  • αεροφόβος [επίθετο δικατάληκτο] φοβούμενος τον αέρα ή τον άνεμο
  • αεροφόρητος [επίθετο δικατάληκτο] φερόμενος από τον αέρα # που πετά στον αέρα
απερισαλπίστως
  • απερισάλπιστος [επίθετο δικατάληκτο] απεριήχητος # μη περιηχούμενος # μη περιβαλλόμενος από ήχους σαλπίγγων # ακατήχητος
αποχρηματίζω
  • αποχρήματος [επίθετο δικατάληκτο] όχι χρηματικός # κτηματικός
αχαριστέω
  • αχαριστέω [ρήμα] είμαι αχάριστος # δεν κάνω χάρη # δεν χαρίζομαι
γιγαντώνω
  • γιγαντώδης [επίθετο δικατάληκτο] όμοιος με γίγαντα # πελώριος # θεόρατος # γιγαντιαίος # ηράκλειος # κολοσσιαίος # κυκλώπειος # τεράστιος # τιτανικός # τιτάνιος # υπερμεγέθης # υπερφυσικός # υπεράνθρωπος
διοσπώγων
  • διόσπυρος [ο] φρούτο όμοιο με το κεράσι
εκατοντάχους
  • εκατοντάχους [επίθετο δικατάληκτο] φέρων 100 χόας # όγκου 100 χοών δηλ. 328.32 λίτρων # εκατονταπλάσιος
ευζωέω
  • ευζωέω [ρήμα] καλοζώ # καλοπερνώ # ζω άνετα

ΠΑΜΕ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ
ευρωνομίσματα
  • ευρώεις [επίθετο τρικατάληκτο] μουχλιασμένος # ζοφερός # ερεβώδης # ζοφώδης # θεοσκότεινος # κατασκότεινος # σκοτεινότατος # τρισκότεινος
  • Ευρώπα [η - εξ αυτής η αγγλική και γαλλική λέξη Europe - η ιταλική και ισπανική και γερμανική και ολλανδική και νορβηγική Europa] Ευρώπη
  • ευρωπαίος [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη european -
  • ιταλική και ισπανική europeo - η γαλλική europeen - η γερμανική europaisch] ο της Ευρώπης
  • ευρώς [ο] σηπεδών # μούχλα # σαπίλα # σήψη
  • εύρως [επίρρημα - αντί ευρόως] σαν χείμαρρος # καταρρακτωδώς # ανεμπόδιστα # με καλή ροή # επιτυχώς # άφθονα # εύκολα
  • Ευρώτας [ο] ποταμός της Λακωνίας ή Βασιλοπόταμον ή Ίρις ή Μεσσήνιος
  • Βώμαξ ή Μαραθών ή Ίμερος # Σπάρτη (από τον ποταμό) # πούτσος
  • ευρωτιάω [ρήμα] μουχλιάζω # ευρωτιώ # καλύπτομαι από μούχλα # σαπίζω (για πεθαμένο)
ζώωσις
  • ζώωσις [η] ζωντάνεμα # ζωοποίηση (ΣΧΟΛΙΟ αναγωγή των ζωώδη ενστίκτων των ανθρώπων)
μηχανιώτης
  • μηχανιώτης [ο] επινοών μηχανές # πανούργος
μυσταγωγός
  • μυσταγωγός [ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη mystagogue] κατηχητής # μύστης # δάσκαλος # ξεναγός
προσσυνοικίζω
  • προσσυνοικίζω [ρήμα] κατοικίζω προσέτι # παντρεύω την κόρη μου # δίνω τη θυγατέρα μου σε γάμο
στηλογραφέω
  • στηλογραφέω [ρήμα] αναγράφω πάνω σε στήλη # τοιχοκολλώ # εκθέτω
συμπαρασπείρω
  • συμπαρασπείρω [ρήμα] σπέρνω πολλά μαζί δίπλα
συμπληθύνω
  • συμπληθύνω [ρήμα] πολλαπλασιάζω πολλά μαζί # αυξάνω από κοινού
συμφοβέω
  • συμφοβέω [ρήμα] φοβίζω συγχρόνως ή από κοινού
συναπελαύνω
  • συναπελαύνω [ρήμα] απελαύνω μαζί # διώχνω συγχρόνως ή από κοινού
συνθριαμβεύω
  • συνθριαμβεύω [ρήμα - λατινικά triumpho] θριαμβεύω μαζί
σφυρίζω
  • σφυρίς [η] πανέρι # κοφίνι # κόφα # κόφινος # κάνιστρο # σκεύος πλεγμένο # κοφίνι για τα ψάρια # έρανος # συμβολή # συμμετοχή στα έξοδα # ρεφενές
τελχινιώδης
υπερκαγχάζω
  • υπερκαγχάζω [ρήμα] καγχάζω υπερβολικά
υπερπλευρίζω
  • υπέρπλεως [επίθετο δικατάληκτο] γεμάτος υπερβολικά # υπερπλήρης # κατάμεστος # ολόγιομος # ξέχειλος # ο εντελώς γεμάτος
υπερχαλαστικός
  • υπερχαλάω [ρήμα] αφήνω κάτι χαλαρό να πέσει # χαλαρώνω # αφήνω χαλαρό
φαινυλακετονιτρίλιον
  • φαίνεται [απρόσωπο] φαίνεται να είναι # μοιάζει να είναι # φαίνεται σαν # προφανώς είναι # είναι φανερό ότι είναι
  • φαινίνδα [επίρρημα] τόπι (παιχνίδι)
  • φαινόλη [η] πανωφόρι χοντρό
  • φαινολοθήκη [η] συρτάρι για τα ρούχα # ντουλάπα για τα ρούχα
  • φαινοπροσωπέω [ρήμα] δείχνω το πρόσωπό μου # παρουσιάζομαι δημόσια εμπρός στο λαό και λέω τη γνώμη μου ανοιχτά # δείχνω ανοιχτά τις πραγματικές μου προθέσεις
  • φαίνω [ρήμα - μέλλων φανώ - αόριστος έφηνα & φάνεσκε και β' εφάνην & φάνεν - παρακείμενος πέφαγκα & πέφηνα - εξ αυτής το αγγλικό πρόθεμα phen - η κατάληξη - phane και oι λέξεις euphausiid - beacon - allophane - cymophane - phenocryst] φέρνω στο φως # φανερώνω # δείχνω # γνωστοποιώ # αποκαλύπτω # αναπτύσσω # εξηγώ # δηλώνω # εμφανίζω # μαρτυρώ # ξεσκεπάζω # ξετρυπώνω # παρουσιάζω # ακούω # μηνύω # εγκαλώ # φέγγω # λάμπω # φαίνομαι # φωτίζω # φέγγω
  • φαίνων [ο] που φωτίζει # ο πλανήτης Κρόνος # ο λάμπων
χλοηφαγέω
  • χλοηφαγέω [ρήμα] τρώγω χλόη
χριστοπόθητος
χριστόπολις [η - βυζαντινός τύπος] πόλη του Χριστού


Γνωμονική Ακολουθία - σπίθα κίνημα πολιτών μικης θεοδωρακης(1247)

αδαμάτωρ
  • αδάματος [επίθετο δικατάληκτο ποιητικό του αδάμαστος] αδάμαστος # ακατάβλητος # αδούλωτος # ανίκητος # ανύπαντρος # προαιρετικός # θεληματικός # αβίαστος
αδενολεμφαγγειϊτις
αετόψαρο
  • αετοφόρος [ο] σημαιοφόρος που σηκώνει αυτοκρατορικό Ρωμαϊκό λάβαρο
αιγυπτιολόγος
  • αιγυπτιάζω [ρήμα] μοιάζω με τους Αιγυπτίους # μιμούμαι τους Αιγυπτίους # μιλώ αιγυπτιακά
  • αιγυπτιακός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της Αιγύπτου ή των κατοίκων της
  • αιγυπτιστί [επίρρημα] στη γλώσσα των Αιγυπτίων # όπως οι Αιγύπτιοι
αισχρογενής
  • αισχρόγελως [ο και η] αισχρά γελοίος
ακαμπτέω
  • άκαμπτος [επίθετο δικατάληκτο] αλύγιστος # αμάλαγος # ανελαστικός # ανένδοτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου