ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΤΥΧΑΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΈΔΙΔΑΝ


αιματοπότης # αιματόχαρος #
αιμοδιψής # απάνθρωπος #
 σκληρός # αιμοβόρος
Εάν μου βρείτε έστω ένα θετικό σας υπόσχομαι… δεν θα μιλήσω η γράψω κάτι κατά των εβραιών ξανά ofis66…

Γνωμονική Ακολουθία - εβραίος(388)

αβλεπος
  • αβλέπτημα [ο] παρόραμα # σφάλμα # λάθος # αμάρτημα
  • αβλεπής [επίθετο δικατάληκτο] αξιοκαταφρόνητος # ευτελής # ουτιδανός # φαύλος
  • αβλεπτής [επίθετο δικατάληκτο] αβλεπτών # που παραβλέπει # που αποστρέφει τα μάτια του
αβλόπες
  • αβλαβύνιον [το] σειρά πλεκομένη παρ' Αιγυπτίοις εκ βύβλων προς κάθαρσιν ούσα
  • αβλάκουντος [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς πλακούντα
  • άβλας [ο] ασύνετος # αγνώμων
  • αβλαστής [επίθετο δικατάληκτο] μη βλαστάνων # που δεν βγάζει βλαστάρια # άγονος # άκαρπος
  • άβλαυτος [επίθετο δικατάληκτο] ασάνδαλος # που δεν φορά παντόφλες # που δεν φορά σανδάλια # ανυπόδυτος # ξυπόλυτος
  • αβλεμής [επίθετο δικατάληκτο] αδύνατος # άτονος
  • ακρατής # ακράτητος # ακατάσχετος # άτολμος # ασθενικός
  • αβλεπής [επίθετο δικατάληκτο] αξιοκαταφρόνητος # ευτελής # ουτιδανός # φαύλος
  • άβληρα [τα] ηνία
  • αβλωθρίδιον [το] εξάμβλωμα # απόβγαλμα # απόρριμμα # έκτρωμα # έμβρυο άμβλωσης
  • αβλώσκω [ρήμα] έχω ασθενή όραση
αγγάριος
  • αγγάριος [ο] έφιππος ταχυδρόμος αρχαίων Περσών βασιλιάδων
αγγλικανός
  • αγγαρεία [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη angary - η ιταλική angaria] ταχυδρομική υπηρεσία των αρχαίων Περσών βασιλέων # κάτεργο # καταναγκαστική εργασία απλήρωτη # χαμαλίκι # άχαρη απασχόληση # δυσάρεστη υποχρέωση
  • αγγαρευτής [ο] που έχει στην υπηρεσία του ταχυδρόμο με τη βία στρατολογημένο (για Πέρση βασιλιά)
  • αγγαρεύω [ρήμα] υποβάλλω κάποιον σε καταναγκαστική ταχυδρομική υπηρεσία # βάζω σε κάτεργο
  • αγγαροφορέω [ρήμα] φέρω φορτία
  • άγγατος [ο (η)] ξύλο στήριξης κληματαριάς
  • αγγείδιον [το - υποκοριστικό της λέξης αγγείον] μικρό δοχείο # μικρό σκεύος # μικρή θήκη
  • αγγείον ταριχηρόν [το] δοχείο κατάλληλο για παστά
  • αγγειοσπέρματος [επίθετο δικατάληκτο] έχων αγγείο με σπέρμα
  • αγγελία [η - παράβαλε αγγελίη] είδηση # μαντάτο # άγγελμα # ειδοποίηση # κοινοποίηση
  • αγγελίαρχος [ο] αρχάγγελος {βλέπε ΒΑΑΛ}
  • αγγελιαφορέω [ρήμα] φέρνω είδηση {βλέπε ΒΑΑΛ}
  • αγγελιαφόρος [επίθετο δικατάληκτο] μαντατοφόρος # διαγγελέας # διάγγελος # εξάγγελος # αγγελιοφόρος # μηνύτωρ
  • αγγελικός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη angelic - η ιταλική angelico - η γερμανική engelgleich - η γαλλική angelique] μαντατοφορικός # ο των αγγέλων # αγγελικός # χερουβικός {βλέπε ΒΑΑΛ}
  • αγγελοθεσία [η] μετάθεση ή μετάβαση στην τάξη των αγγέλων {ΔΙΑ+ΒΟΛΟΣ}
  • αγγελομαρτύρητος [επίθετο δικατάληκτο] για τον οποίον μαρτυρούν οι άγγελοι {ΔΙΑ+ΒΟΛΟΣ}
  • αγγελομίμητος [επίθετο] φτιαγμένος κατά μίμηση των αγγέλων {ΔΙΑ+ΒΟΛΟΣ}
  • αγγελοφθόρος [επίθετο] φθείρων τους αγγέλους {ΒΑΛΩ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑ}
  • αγγούριον [το - λατινικά cucumia] αγγούρι # καρπούζι (κατά ορισμένους)
  • αγγουρωτόν [το] κάλυμμα του κεφαλιού
αγκταλιάζει
  • αγκτήρ [ο] συνοχεύς (όργανο ή διάταξη συγκράτησης) # χειρουργικός δεσμός # συναπτική βελόνη

ΔΩΣΤΕ ΜΕΓΑΛΗ ΒΑΣΗ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟ και θα έχετε την ικανότητα να αναγνωρίζετε άμεσα τον εβραίο η τον προσκείμενο στην ΚΡΟΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ {με την βοήθεια των Αγγέλων [εκπτώτων] όλοι τους μα όλοι τους εκφράζονται με τον ίδιο τρόπο}. Αφιερωμένο στον φίλο και αδερφό Βαγγέλη που μου ζήτησε περισσότερη ανάλυση
αγνόθεμις
  • αγνοείν ύπαρ τε και όναρ [έκφραση] δεν πρέπει να αγνοούμε καθόλου
  • αγνοείτε το πράγμα - ω βουλή [έκφραση] δεν γνωρίζετε την υπόθεση κύριοι βουλευτές
  • αγνοέω [ρήμα - μέλλων αγνοήσω] δεν γνωρίζω # δεν ξέρω # πλανώμαι # δεν εννοώ
  • αγνόημα [το] σφάλμα # λάθος # απροσεξία
  • αγνοητικός [επίθετο τρικατάληκτο] σφαλερός # εξ αγνοίας προερχόμενος
  • άγνοια [η] αγνωσία # αμάθεια # ακαταληψία # λάθος # σφάλμα
  • αγνοίας ύπο [έκφραση] από άγνοια
  • αγνοούντως [επίρρημα] αμαθώς # χωρίς πλήρη γνώση # με άγνοια # ανεπιστάτως
  • αγνοποιός [επίθετο δικατάληκτο] καθαρτικός # εξαγνιστικός # εξαγνίζων
  • αγνοπόλος [επίθετο δικατάληκτο] αγνός # καθαρός
  • αγνόρρυτος [επίθετο τρικατάληκτο] διαυγής # κρυσταλλένιος # λαγαρός # που ρέει με διαφάνεια
  • αγνός [επίθετο τρικατάληκτο] καθαρός # αμόλυντος # αθώος # όσιος # ιερός # δίκαιος # αδέκαστος # καθαρτικός # αγνίζων # εξαγνίζων
  • άγνος [η] λυγαριά
  • αγνόστομος [επίθετο δικατάληκτο] καθαρόστομος
  • αγνότης [η] καθαρότητα # αθωότητα # αγνεία
  • αγνοών γε [έκφραση] επειδή βέβαια δεν γνωρίζω
αδατόδη
  • αδαδούχητος [επίθετο δικατάληκτο] μη φωταγωγημένος με δάδες # αφωταγώγητος
  • αδαημονία [η] απειρία
  • αδαήμων [επίθετο δικατάληκτο] άπειρος # ανίδεος # ανήξερος # άμαθος
  • αδάητος [επίθετο δικατάληκτο] άγνωστος # ανέγνωρος # αγνώριστος
  • αδαίδαλτος [επίθετο δικατάληκτο] άτεχνος # κακότεχνος # σκιτζίδικος
  • αδαίετος [επίθετο δικατάληκτο] αμέριστος # αδιαίρετος # ακαταμέριστος # αδιαμέριστος # αδιαμέλιστος # αδιαίρετος {να γιατί ο εβραίος Καρλ Μαρξ έλεγε ότι όλοι οι εβραίοι φταίνε}
  • άδακρυς [επίθετο δικατάληκτο] άκλαυτος # αθρήνητος # αμοιρολόγητος # αδάκρυτος
  • αδαμάντινος [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική adamantine - η ιταλική adamantino - η γερμανική diamanten] σκληρός # διαμαντένιος # γρανιτένιος # ντούρος # σιδερένιος # ισχυρογνώμονας # σκληροκέφαλος # σκληροτράχηλος # άκαμπτος # αδάμαστος{όση αλήθεια και εάν τους πεις τα λόγια σου χαλνάς. Ας πρόσεχαν ποιους πρόδωσαν πριν 12000 χρόνια όταν εκλιπαρούσαν τους Έλληνες }
  • αδάρκη [η] αλατώδες έκφυμα φυτών του βάλτου # φυτό λιμναίο # φυτό παράσιτο
  • άδας [δωρικός τύπος της λέξης Άδης] Άδης
  • άδασμος [επίθετο δικατάληκτο] αφορολόγητος # ελεύθερος τελών # ασύδοτος # ελεύθερος από φόρους ή δασμούς
αδιάβολος
  • αδιάβολος [επίθετο δικατάληκτο] όχι συκοφάντης # αδιάβλητος # ανεπίληπτος # άψογος # αδιάφθορος # ακηλίδωτος # αλέκιαστος # άμεμπτος # αμόλυντος # αμώμητος # άμωμος # ανεπίληπτος # αστιγμάτιστος # αψεγάδιαστος # ολοκάθαρος {θα τιμωρηθείς με τον νόμο Καστανιδη ΕΧΘΡΟΠΑΘΕΙΑ γκοεμ εάν πεις έστω και μια λέξη}
αείβολος
  • αείβολος [επίθετο δικατάληκτο] αιωνίως ριπτόμενος
αειγαλήνιος
  • αειγένητος [επίθετο δικατάληκτο] αιωνίως υπάρχων # αιώνιος # παντοτινός # αθάνατος # αέναος # ακατάλυτος # άφθαρτος # διαρκής # αδιάλειπτος {για όσους πιστεύουν ότι είναι ανεμομαζέματα}
αίγαγρος
  • αίγαγρος [ο] αίγαγρος # αγριοκάτσικο
αιμογενάση
  • αιμόβαπτος [επίθετο δικατάληκτο] αιμοβαφής # καταματωμένος # αιματοβαμμένος # αιματωμένος # αιμόφυρτος # αιματόβρεκτος
  • αιμοβαρής [επίθετο δικατάληκτο] βαρύς από το αίμα (που έχυσε){ΓΕΝΟΚΤΟΝΟΣ ΛΑΟΣ… οι τούρκοι μπροστά τους είναι παιδική χαρά}
  • αιμοβόρος [επίθετο δικατάληκτο] αιματοπότης # αιματόχαρος # αιμοδιψής # απάνθρωπος # σκληρός # αιμοβόρος
  • αιμοδαιτέω [ρήμα] τρώγω κρέας με το αίμα του
  • αιμοπώτης [ο] αυτός που πίνει αίμα
  • αιμορραγία [η] αιμόρροια # αιμορραγία # ρήξη αιμοφόρων αγγείων # αιματοχυσία
  • αιμομίκτης [ο] που διαπράττει αιμομιξία
  • αιμομιξία [η] αιμομιξία # σαρκική συνεύρεση συγγενών από το ίδιο αίμα
  • αιμοφόβος [επίθετο δικατάληκτο] φοβούμενος το αίμα {είδατε πολλές φορές εβραίο στην πάλαιστρα}
  • αιμοχαρής [επίθετο δικατάληκτο] αιμοδιψής # αιμοβόρος # αιμοχαρής # διψασμένος για αίμα # που χαίρεται με το αίμα (των άλλων)
  • αιμόω [ρήμα] διψώ για αίμα
αμαζονίδες
  • άμα δε κιθώνι εκδυομένω συνεκδύεται και την αιδώ γυνή [παροιμία] όταν μια γυναίκα γδύνεται μπροστά σε άντρα βγάζει μαζί και την ντροπή της
  • άμα δε νέφος είπετο πεζών [έκφραση] ακολουθούσε σύννεφο πεζών (αμέτρητο πλήθος)
  • άμα έπος τε και έργον εποίηε [έκφραση] έκανε τα λόγια πράξη # δεν έμεινε μόνο στα λόγια {λιγο υπομονή... τα λόγια τελειώνουν και από αυτή την πλευρά}
  • άμα ηέλιω καταδύντι [έκφραση] με τη δύση του ήλιου
  • άμα πάντες [έκφραση] όλοι μαζί
  • άμα πάντες [έκφραση] σύσσωμοι όλοι # όλοι μαζί
  • άμα πνοιής ανέμοιο [έκφραση] σαν τα φυσήματα του ανέμου
  • άμα τη ημέρα [έκφραση] με το ξημέρωμα
  • άμα τω θέρι [έκφραση] με τον ερχομό του καλοκαιριού
  • αμάθεια [η] αγραμματοσύνη # αμορφωσιά # αμουσία # αναλφαβητισμός # ανεπιστημοσύνη # απαιδαγωγησία # απαιδευσία # ασοφία # ασχετοσύνη # αφιλομάθεια # αφιλομουσία # δοκησισοφία # εμπειρισμός # ημιμάθεια # κενοσοφία # άγνοια # απειρία {ΑΓΝΟΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ}
  • αμαθία μέν θράσος - λογισμός δε όκνον φέρει [παροιμία] η αμάθεια φέρνει αποκοτιά και η περισυλλογή νωθρότητα
  • αμαίευτος [επίθετο δικατάληκτο] αγέννητος # ο χωρίς μαμή
  • αμαιμάκετος [επίθετο δικατάληκτο και επίθετο τρικατάληκτο] άγριος # θηριώδης # τρομερός # ακατάβλητος
  • αμάλακτος [επίθετο δικατάληκτο] αμάλαγος # αμαλάκωτος {ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΚΑΛΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ να σας κοιμίσουν θέλουν}
  • αμαλάπτω [ρήμα] αφανίζω # διαγράφω # εξαφανίζω # εξαλείφω # απαλείφω # καταργώ # σβήνω {ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝ ΣΚΟΥΡΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ}
  • αμαλδύνω [ρήμα] εξασθενώ # παραλύω # αφανίζω # εξολοθρεύω # καταστρέφω # ξεθεμελιώνω # σπαταλώ # καταναλώνω # ξοδεύω άμετρα # διασπαθίζω # κατασπαταλώ # παραμορφώνω
  • αμαλλοδέτης [ο] δεματιαστής # εργάτης που δεματιάζει {βλέπε ΠΧ μαντριά κομματικά}
  • αμάντευτος [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς προφητεία # ο χωρίς μαντεία {ΕΑΝ ΤΟ ΚΑΤΕΙΧΕ ΓΟΝΙΠΕΤΟΣ ΘΑ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝ ΟΠΩΣ ΠΡΙΝ 12000 χρόνια}
  • άμαξα [η] άμαξα # κάρο # καρότσα # αραμπάς # αμάξι # φορτίο άμαξας # άροτρο # αλέτρι # αστερισμός μεγάλης Άρκτου # ζευγάς
  • αμαξήποδες [οι] κορμοί πάνω στους οποίους κυλιόνταν πολεμικές μηχανές
  • αμαξόβιος [επίθετο δικατάληκτο] νομαδικός # που
  • μονίμως σε κάρα
  • αμάομαι [ρήμα - αόριστος ημήθην] συσσωρεύω # επισωρεύω # συγκεντρώνω # συναθροίζω # φτιάχνω σωρούς από άλλους μικρότερους # θερίζω
  • άμαρ επ' άμαρ [έκφραση] κάθε μέρα # καθημερινά
  • αμάρευμα [το] βρωμόνερα
  • αμαριαίον [το] νερό σε αυλάκι
  • αμαρτάνεται τι [έκφραση] γίνεται λάθος σε κάτι{ΤΙ ΝΑ ΄ΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΑΣ ΒΓΑΙΝΕΙ}
  • αμαρτάνω [ρήμα - μέλλων - ήσω & - ήσομαι - αόριστος ήμαρτον] αποτυγχάνω # αστοχώ # σφάλλω # κάνω σφάλμα # αμαρτάνω
  • αμαρτάνω αισχράν αμαρτίαν [έκφραση] κάνω μεγάλη αμαρτία
  • αμαρτάνω ανθρώπινα [έκφραση] κάνω λάθος σαν άνθρωπος
  • αμαρτάνω γνώμης [έκφραση] έχω λαθεμένη γνώμη {ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ}
  • αμαρτία [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη hamartia] αποτυχία # σφάλμα # αμάρτημα # αστοχία # αστόχημα # γκέλα # θαλάσσωμα # αμαρτία # τζίφος # κρίμα
  • αμαρτίνοος [επίθετο δικατάληκτο] παράφρων # βλαμμένος # έκφρων # τρελός # φρενοπαθής
  • αμαρτωλός [επίθετο δικατάληκτο] γεμάτος σφάλματα # αμαρτωλός # κολασμένος # κριματισμένος # διεφθαρμένος
  • άμαστος [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς μαστούς
  • αματαιότης [η] έλλειψη ματαιότητας
  • αμαυρίσκω [ρήμα] αμαυρώνω # σκοτεινιάζω # θαμπώνω # εξασθενώ # μαυρίζω # μελανιάζω # μουντζουρώνω # θολώνω # βυθίζω στο σκοτάδι # σκοταδιάζω # ελαττώνω # αφανίζω
  • αμαυρόβιος [επίθετο δικατάληκτο] που ζει στο σκοτάδι # αόμματος
  • αμαυρός [επίθετο τρικατάληκτο] αφεγγής # σκοτεινός # βυθισμένος στο σκοτάδι # δυσήλιος # ασβολερός # θολός # αμυδρός # ασαφής # αόμματος # άσημος # αφανής # άγνωστος # θαμπός # σκούρος # αμαυρός
  • άμαχος [επίθετο δικατάληκτο] απόλεμος # αφιλοπόλεμος # άμαχος # ακαταμάχητος # ακαταγώνιστος # ακατανίκητος # ακατάβλητος # ανίκητος # απολέμητος # απροσμάχητος # απρόσβλητος # αχτύπητος # αήττητος
αναπίεσμα
αναπλασιδιά
  • ανάπλασις [η] ανάπλαση # αναγέννηση # αναδημιουργία # ανακαίνιση # αναμόρφωση # ανασυγκρότηση
ανάτελα
  • ανατέλλω [ρήμα - ποιητικό αντέλλω] κάνω να ανατείλει # παράγω # γεννώ # ανατέλλω # υψώνομαι # βγαίνω # ανέρχομαι # σηκώνομαι # βλαστάνω # πηγάζω
ανθορκίζομαι
  • ανθορίζω [ρήμα] ορίζω αντιθέτως # δίνω αντίθετο ορισμό
  • ανθορμέω [ρήμα] αγκυροβολώ απέναντι σε κάποιον
απηγορέομαι
  • απηγορέομαι [ρήμα] απολογούμαι # υπερασπίζομαι τον εαυτό μου
απιοειδής
  • απιοειδής [επίθετο δικατάληκτο] αχλαδάτος # αχλαδοειδής
αποαιρέομαι
  • αποαιρέομαι [ρήμα ποιητικό του αφαιρέομαι] αποστερούμαι # χάνω
άριζος
  • αρίζηλος [επίθετο δικατάληκτο] πασίδηλος # καταφανής # καταφάνερος # κατάδηλος # κατάφωρος # ολοφανής # ολοφάνερος # πασιφανής # προφανής # πρόδηλος # έκδηλος # επίζηλος # επίφθονος # ζηλευτός # πολυπόθητος # ποθητός
  • αριζήλη φωνή [έκφραση] φωνή που ξεχωρίζει από μακριά # δυνατή φωνή
αρμιλλαριέλλα
  • αρματεύω [ρήμα] επελαύνω με άρμα
  • αρματήλατος [επίθετο δικατάληκτο] που πατιέται από άρματα # αμαξιτός # περιστρεφόμενος από τους τροχούς του άρματος
  • αρματοδρομέω [ρήμα] τρέχω με αμάξι # αγωνίζομαι σε αρματοδρομία
  • αρματοτροφέω [ρήμα] τρέφω ίππους αρματοδρομιών
  • άρμενα τέκτονος [τα] σύνεργα χτίστη
βανδαλικός / βανέλλος
  • βαναυσία [η] εργασία χειρώνακτα (βλέπε βάναυσος) # βαναυσότητα # βαρβαρότητα # κακοτροπιά # κτηνωδία # σκαιότητα # στυγνότητα # τραχύτητα # χυδαιότητα # ωμότητα # εργασία χωρίς φαντασία και έμπνευση
  • βαναυσοποιία [η] έργο δύσκολο και μουντζούρικο
  • βάναυσος [ο] εργάτης που δουλεύει επάγγελμα σχετικό με τη φωτιά # σιδηρουργός # χαλκιάς # χαλκεύς # χαλκουργός # χειροτέχνης # τεχνίτης # χειρώνακτας
  • βάναυσος [επίθετο δικατάληκτο] χονδροειδής # χυδαίος # βάναυσος # πρόστυχος # κακότροπος # σκαιός # στυγνός # τραχύς # ακαλαίσθητος # ρυπαρός
βαρειός
  • βαρεία [η] τόνος βαρύς # προσωδία # σημείο τονισμού που προσδίδει ένταση # βαρεία
  • βαρεία δύναμις [έκφραση] οι οπλίτες
  • βαρείαι ζημίαι [έκφραση] έχθρες
  • βαρείς και φοβεροί γείτονες [έκφραση] ισχυροί και φοβεροί γείτονες
βαρελόβεργο
  • βαρέως ακούω [έκφραση] δυσαρεστούμαι ακούοντας κάτι # δεν ακούω κάτι με ευμένεια
  • βαρέως έχω προς τι [έκφραση] αισθάνομαι αηδία για κάτι # μου είναι δυσάρεστο κάτι
  • βαρέως φέρω [έκφραση] φέρνω βαριά # μου στοιχίζει
βιαντίδαι
  • Βίαντος Πριηνέως δίκη [παροιμία] δίκη με άψογο και αμερόληπτο δικαστή{ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΑΙΡΕΘΕΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΑΔΙΚΗΜΑ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΑΙΩΝΩΝ}
Βλόγγιος
  • βλοσυρός [επίθετο τρικατάληκτο και δικατάληκτο] αγριωπός # άγριος # βλοσυρός # φοβερός # τρομακτικός # τρομερός # τραχύς # αδρός # στυφός # σοβαρός # αξιοπρεπής
βορειάς
  • βορειάς [η - θηλυκό επίθετο] βόρεια # βορινή
γελοίος/γέλοιος

  • γελοίος [επίθετο τρικατάληκτο] γελοίος # αξιογέλαστος # αστείος # γελοιώδης # καταγέλαστος # κωμικός # παλιάτσος
  • γέλοιος [επίθετο τρικατάληκτο] γελωτοποιός # παλιάτσος # ρεζίλης
γεμίνιος
γιερός
γληνοειδής
  • γληνοειδής [επίθετο δικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη glenoid] όμοιος με κοτύλη άρθρωσης
γοδολίας
  • γοδούλος [ο] λάλος
δερμεσθίδαι
  • δέρμα [το - εξ αυτής οι αγγλικές λέξεις derma - dermis - dermochelyidae - dermoptera - echinoderm - ectoderm - endoderm - entoderm - mesoderm - ostracoderm - pachyderm - placoderm - blastoderm - chordamesoderm - dermaptera - dermatitis - dermatology] γδαρμένο τομάρι # πετσί # δορά των ζώων # δέρμα # επιδερμίδα # φλοιός # φλούδα # κατεργασμένο δέρμα # δερμάτινο ασκί
  • δερματικόν (αργύριον) [το] χρήμα προερχόμενο από τη πώληση δερμάτων ζώων θυσιών που έμπαινε στο δημόσιο ταμείο
  • δερματουργικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της κατεργασίας δερμάτων
  • δερματοφαγέω [ρήμα] τρώγω δέρματα
  • δερματοφορέω [ρήμα] φορώ δέρματα σαν ρούχα
  • δερμηστής [ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη dermestid] σκουλήκι που τρώει τα δέρματα
  • δερμόπτερος [επίθετο δικατάληκτο] που έχει δερματώδη πτερά όπως η νυχτερίδα
  • δερμύλλω [ρήμα - βλέπε δέρω] σύρω πίσω το δέρμα του πέους και βγάζω την βάλανο {ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ είναι γραμμένο από τους θεούς}
διάβαρος
  • διαβάλλω [ρήμα - μέλλων διαβαλώ - αόριστος διέβαλον - παρακείμενος διαβέβληκα] ρίχνω διαμέσου # οδηγώ από τη μια στην άλλη άκρη # διαβιβάζω # διαβαίνω # περνώ απέναντι # διασύρω # κατηγορώ # κάνω μισητό κάποιον # συκοφαντώ # δυσφημώ # κακολογώ # καταλαλώ # κουτσομπολεύω # ρουφιανεύω # σπιουνάρω # χωρίζω # καταβάλλω # παίζω ζάρια
  • διαβαπτίζομαι τινί [έκφραση] καταστολίζω με βρισιές κάποιον
  • διαβασανίζω [ρήμα] εξετάζω λεπτομερώς # βασανίζω # εξονυχίζω # κοσκινίζω # ξεψαχνίζω
  • διαβασιλίζομαι [ρήμα] μάχομαι με κάποιον για τον θρόνο
  • διαβαστάζω [ρήμα - αρχαία λέξη] μεταφέρω δια μέσου τινός απέναντι # δοκιμάζω με το χέρι το βάρος πράγματος
  • διαβατέος [ρηματικό επίθετο του διαβαίνω] που πρέπει να τον διαβούμε
  • διαβατήρια (ιερά) [τα] θυσία για να πετύχει ο διάπλους # θυσία υπέρ ευτυχούς έκβασης # διάβαση # εορτή του Πάσχα
  • διαβατικός [επίθετο τρικατάληκτο] διαβατικός # διαβατάρικος # παροδικός # περαστικός # προσωρινός # μεταβατικός # οξύνους
  • διάβαφος [επίθετο δικατάληκτο] δύο φορές βαμμένος (πρώτα με κόκκους πρίνου και μετά με πορφύρα)
διάλογος
  • διάλογος [ο - εξ αυτής η αγγλική και γαλλική λέξη dialogue - η ιταλική dialogo (m) - η γερμανική Dialog m] συνομιλία # συζήτηση # κουβέντα # στιχομυθία # συζήτηση επιστημονική {ΚΑI O ΝΟΩ ΝΟΙΤΩ}
εβδομαγενής
  • εβδομαγενής [ο] γεννημένος την έβδομη ημέρα του μηνός (επίθετο του Απόλλωνα) # Απόλλωνας
εβραίος
  • έβραχε [έκφραση - αόριστος β' του ρήματος βράχω] βρόντησε # έτριξε # έβγαλε βροντερό ήχο # ήχησε # αντήχησε με βοή
  • έβραχε Άρης [έκφραση] βρόντησε ο Άρης
  • έβραχε χαλκός επί στήθεσσιν άνακτος [έκφραση] έβγαλε βροντερό ήχο ο χαλκός (του θώρακα) στο στήθος του βασιλιά
εθνεγερσία
  • εθνάρχης [ο] αρχηγός έθνους # άρχοντας του λαού
  • εθναρχία [η] αρχηγία έθνους # κυριαρχία πάνω σε λαό
  • έθνη απολίτευτα [τα] έθνη που δεν μπορούν να σχηματίσουν ευνομούμενη πολιτεία
  • εθνηδόν [επίρρημα] κατά τον τρόπο των λαών # κατ' έθνη # σαν ολόκληρο έθνος
  • εθνικός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη ethnic - η ιταλική etnico - η γαλλική ethnique] ανήκων στο έθνος # ανήκων στο λαό # ειδωλολάτρης # άπιστος # μη πιστεύων στο Χριστό
  • εθνίτης [ο] ομοεθνής # από το ίδιο γένος
  • εθνοκράτωρ [ο] κυβερνήτης των εθνών
  • εθνόμυθος [επίθετο δικατάληκτο] που περιέχει μύθους των εθνικών # εθνικός μυθολόγος
  • εθνοπάτωρ [ο] πατέρας του έθνους
  • εθνοπληκτός [ο] πλήττων το έθνος
  • εθνόρυστις [η] αυτή που σώζει το λαό {ΑΥΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΥΙΟΘΕΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΕΘΝΙΚ+ΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΣ}
  • έθνος [το - εξ αυτής το αγγλικό πρόθεμα ethno - και το ιταλικό etno - και οι λέξεις ethnocentrism - ethnographer - ethnography - ethnology - ethnos] όμιλος # πλήθος # σωρός # σμήνος # κοπάδι # γένος # γενεά # φυλή # λαός # φύλο # έθνος # τάξη ανθρώπων # ειδωλολάτρες
  • εθνοσατράπης [ο] σατράπης του έθνους
  • εθνόφρων [ο] αιρετικός
  • εθνοφύλαξ [ο] φρουρός του έθνους{ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ}
κερβικάριον
  • κέρβερος [ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη Cerberus - ιταλική cerbero - γαλλική cerbere] μεγάλος και φοβερός σκύλος - φύλακας του Άδη "Αίδου σκύλαξ τρίκρανος"
  • κερβολέω [ρήμα] πειράζω # χλευάζω # περιπαίζω # εμπαίζω # περιγελώ # βρίζω
μνημόνιον
  • μνημόνιος [επίθετο δικατάληκτο] ο της μνήμης {ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΚΑΤΙ}
παλαιοβιολογία
  • παλαιογενής [επίθετο δικατάληκτο] γεννηθείς πριν από πολλά χρόνια # υπέργηρος # παμπάλαιος # αρχαίος
  • παλαιόδουλος [επίθετο δικατάληκτο] από παλιά δούλος {ΑΠΟ ΔΟΥΛΟΣ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΔΕΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΟΣΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΚΑΙ ΕΑΝ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΑΛ}
  • παλαιοθέτης [επίθετο δικατάληκτο] έμπειρος άνθρωπος # παλιά καραβάνα # γερόλυκος # πολύπειρος # ξεσκολισμένος # πολύξερος # πολύπραγος
  • παλαιολογέω [ρήμα] πραγματεύομαι περί αρχαίων πραγμάτων
  • παλαίομαι [ρήμα] καταπολεμούμαι # νικιέμαι{ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΙΟΜΑΣΤΕ}
  • παλαιομώλωψ [ο] πανούργος # απατεώνας # γριά αλεπού # κατεργάρης # διαβόλου κάλτσα
  • παλαιόομαι [ρήμα] παλιώνω # γίνομαι παλιός # γερνώ # γεράζω # πολυκαιρίζω # μπαγιατεύω # φθείρομαι # χαλώ {ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΥΣ}
  • παλαιοπενθής [επίθετο δικατάληκτο] πενθών από τα παλιά
  • παλαιορράφος [επίθετο δικατάληκτο] μπαλωματής # ράφτης μεταχειρισμένων ρούχων
  • παλαιός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής το αγγλικό και γαλλικό και ιταλικό πρόθεμα paleo -] πολυχρόνιος # μακρόβιος # παλιός # αρχαίος # περασμένος # πολυκαιρινός # παλαιικός # πρωτινός # αλλοτινός # γεραιός # γηραιός # ο μεγάλης ηλικίας # πεπαλαιωμένος # πολύπειρος # πρωτυτερινός # φθαρμένος # παλιωμένος # πολυκαιρίτικος # σαραβαλιασμένος # στραπατσαρισμένος # σεβαστός
  • παλαιοτροπία [η] αρχαία συνήθεια # παλιά μόδα # πολυκαιρία
  • παλαιόω [ρήμα] κάνω κάτι παλιό{ΑΝΤΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΕ;;;}
πικρόγελο
  • πικρόγαμος [επίθετο δικατάληκτο] κακοπαντρεμένος # δυστυχής στο γάμο του
  • πικρόγλωσσος [επίθετο δικατάληκτο] φαρμακόγλωσσος # πικρόγλωσσος # δηκτικός # εκφρασμένος με πικρία

Γνωμονική Ακολουθία - εβραίος [2660] ΕΠΙΛΟΓΕΣ

χρονόχωρος
  • χρονοάρχης [ο] άρχοντας του χρόνου
  • χρονογραφέω [ρήμα] γράφω συμβάντα χρονολογικά # καταγράφω ιστορικά γεγονότα εξελισσόμενα χρονολογικά
  • χρονογραφία [η] χρονολογική εξιστόρηση γεγονότων # συγγραφή χρονικών # βιβλίο χρονικών # έργο χρονικογράφου # έργο χρονογράφου
  • χρονογράφος [ο] χρονικογράφος # συντάκτης χρονικών # εξιστορών γεγονότα με χρονολογική σειρά # ιστοριογράφος
  • χρόνοις ύστερον [έκφραση] πολύ χρόνο μετά
  • χρονοκρατέω [ρήμα] εξουσιάζω το χρόνο
  • χρονολόγος [επίθετο δικατάληκτο - μεταγενέστερος τύπος] αριθμών το χρόνο
  • χρόνον μηδένα εξαίρετον ποιείσθαι του πολέμου [έκφραση] κανένα καιρό δεν κάνω διάλειμμα του πολέμου
  • χρόνος [ο - εξ αυτής το αγγλικό πρόθεμα chrono - και οι λέξεις crony - chronaxie ή chronaxy - chrοnοgraph - chronological - οι ιταλικές cronaca - cronachistica - η γερμανική Chronik - η γαλλική chronique] χρόνος "αριθμός εστί κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον ° αριθμός - ουχ ώ αριθμούμεν αλλ' ο αριθμούμενος" (Αριστοτέλης) # χρονικό διάστημα # καιρός # μέλλον # διάρκεια ζωής # ηλικία # εποχή # ώρα του έτους # έτος # χρόνος # χρονοτριβή # χασομέρι # διάρκεια φωνής
  • χρόνος ευμαρής θεός [παροιμία] ο χρόνος τα γιατρεύει όλα
  • χρόνος φύει τ' άδηλα και φανέντα κρύπτεται [παροιμία] ο χρόνος φανερώνει τα κρυφά και ρίχνει στη λήθη τα φανερά
  • χρονοτριβέομαι [ρήμα] χρονίζω # παρατείνω
  • χρονοτριβέω [ρήμα] χρονοτριβώ # αργώ # χασομερώ
  • χρονουργός [επίθετο δικατάληκτο] δημιουργός του χρόνου
χωρόχρονος
  • χωροβατέω [ρήμα] περιέρχομαι # περιδιαβαίνω μια χώρα
  • χωρογραφέω [ρήμα] περιγράφω τόπους (σε ταξιδιωτικές εντυπώσεις)
  • χωρογραφικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της χωρογραφίας ή του χωρογράφου
  • χώροιτ' αν είσω [έκφραση] περάστε
  • χωρομετρέω [ρήμα] καταμετρώ χώρα
  • χωρομέτρης [ο] γεωμέτρης # χωρομέτρης
  • χωρομετρία [η] καταμέτρηση χώρας ή τόπου # γεωμετρία
  • χώρον απρόσωπον ποιήσαι [έκφραση] ερημώνω κάποιο χώρο ώστε να μην έχει πλέον όψη
  • χωρονομέω [ρήμα] μοιράζω χώρα (σε κληρούχους)
  • χωρονομικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της διαμοίρασης της γης

ΕΆΝ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΔΕΝ ΣΑΣ ΈΠΕΙΣΑΝ ΟΤΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΕΧΕΙ ΠΡΌΣΩΠΟ ΚΑΙ ΌΝΟΜΑ τότε πάμε όντως κατά Διαβόλου
Ofis66

3 σχόλια:

  1. ΟΧΙ ΡΕ ΦΙΛΕ... ΝΑ ΞΑΝΑΜΙΛΗΣΕΙΣ...ΚΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙΣ... ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΕΧΕΙΣ ΧΕΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. θελω σε παρακαλω, να μου εξηγησεις,τι ακριβως εχεις κανει εδω, γιατι δυσκολευομαι να καταλαβω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΝ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ.

      1)Το κάθε γραμμα δονηται συλλαβή, λέξη, πρόταση, κείμενο.
      2) Παρελθόν παρόν και μέλλον είναι πράγματα τρέχουν ταυτόχρονα
      3) Κατέχοντας το κλειδί μπορείς να αποκωδικοποιήσεις τα πάντα όπως ακριβώς έχουν
      4) Στους λεξαριθμους έχουμε καταγραφή των πάντων κάθε κλάσματος δευτερολέπτου και μπορούν και μας δίνουν την πλήρη εικόνα των πραγμάτων χωρίς κρυφά σημεία.
      5)Η μέθοδος είναι πλήρης και ακριβής σε ποσοστό 100% στα λήμματα και 99,9% στην μετάφραση...

      ΜΗΝ ΔΙΣΤΑΣΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΠΟΡΙΑ
      skype ID: hellasnet
      oovoo ID: hellasnet
      η εάν σου είναι δύσκολο να σου στείλω τα τηλεφώνα μου

      Διαγραφή