ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

IKARIAM Ζήσε στον Αρχαίο κόσμο


Ο ήχος της θάλασσας, μια απέραντη παραλία και ήλιος! Σε κάποιο μικρό νησάκι, κάπου στη Μεσόγειο, ένας αρχαίος πολιτισμός ανθίζει! Υπό την ηγεμονία σου, μια εποχή πλούτου και επεκτατισμού ξεκινά.

Καλωσήρθες στο Ikariam
Παίξε δωρεάν τώρα!

ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΝΩ ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ!!!

  1. συνάθροιση # συνέλευση # συλλαλητήριο # δημόσια συζήτηση # δημηγορία # ρητορεία # τόπος συνάθροισης # πλατεία # αγορά # παζάρι # αγοραπωλησία # συναλλαγές # εμπορεύματα # ώνια # ψώνια # ζωοτροφές
  2. αδικοδοξέω επιζητώ δόξα με άδικα μέσα
  3. αδικοδοξία επιδίωξη δόξας με άδικα μέσα
  4. άδικοι ημέραι [έκφραση] ημέρες που τα δικαστήρια είναι κλειστά και δεν αποδίδουν δίκαιο
  5. άδικοι ίπποι [έκφραση] άχρηστα άλογα
  6. αδικομαχία [η] παράβαση κανόνων μάχης
  7. αδικομήχανος [επίθετο δικατάληκτο] μηχανευόμενος αδικία ή αδικίες
  8. αδικοπραγέω [ρήμα] κάνω αδικία # αδικοπραγώ # ζημιώνω # βλάπτω # παρανομώ # αδικώ
  9. αδικοπράγημα [το] άδικη πράξη
  10. αδικοπραγής [επίθετο δικατάληκτο] αδικητής # άδικος
  11. αδικοπραγία [η] αδικία # παρανομία # αδίκημα # ανομία # ανόμημα # άδικη πράξη
  12. άδικος [επίθετο δικατάληκτο] όχι δίκαιος # αδικητής # ανισοβαρής # άνομος # αθέμιτος # έκνομος # παράνομος # ακατάλληλος # άχρηστος
  13. άδικος δόξα [έκφραση] δόξα που αποκτήθηκε με άδικα μέσα
  14. άδικος λόγος [έκφραση] υπεράσπιση αδικήματος
  15. άδικος πλούτος [έκφραση] πλούτος αποκτηθείς παράνομα και με αδικίες
  16. αδικότροπος [επίθετο δικατάληκτο] έχων άδικο χαρακτήρα # μεροληπτικός
  17. αδικούσα ευρέθη [έκφραση] βρέθηκε να αδικεί
  18. αδικόχειρ [ο και η] έχων χέρια παράνομα


  1. Αδρίας [ο] Αδριατική θάλασσα # Αδριατικό πέλαγος
  2. αδριατικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της Αδριατικής θάλασσας
  3. αικάλος [ο] κόλακας
  4. αιμόβαπτος [επίθετο δικατάληκτο] αιμοβαφής # καταματωμένος # αιματοβαμμένος # αιματωμένος # αιμόφυρτος # αιματόβρεκτος
  5. αιμοβαρής [επίθετο δικατάληκτο] βαρύς από το αίμα (που έχυσε)
  6. αιμοβόρος [επίθετο δικατάληκτο] αιματοπότης # αιματόχαρος # αιμοδιψής # απάνθρωπος # σκληρός # αιμοβόρος
  7. αιμοδαιτέω [ρήμα] τρώγω κρέας με το αίμα του
  8. αιμοκουρίαι [αι - δωρική και βοιωτική έκφραση] μακαριά # νεκρόδειπνος # δείπνος παρηγοριάς μετά από κηδεία
  9. αιμομίκτης [ο] που διαπράττει αιμομιξία
  10. αιμομιξία [η] αιμομιξία # σαρκική συνεύρεση συγγενών από το ίδιο αίμα
  11. αιμοπώτης [ο] αυτός που πίνει αίμα
  12. αιμορραγέω [ρήμα] αιμορροώ # αιμορραγώ # αιμάσσω # ματώνομαι # ματώνω
  13. αιμόω [ρήμα] διψώ για αίμα
  14. ακοπία [η] ακουρασιά # έλλειψη κόπωσης
  15. ακοπίαστος [επίθετο δικατάληκτο] ακούραστος # άκοπος # άμοχθος # ανεπαχθής # ανίδρωτος # εύκολος # ακέραιος


  1. ακέραιος [επίθετο δικατάληκτο] άθικτος # ακέριος # άγγιχτος # αδιάσπαστος # αλώβητος # ανέγγιχτος # ανέπαφος # απείραχτος # άσπαστος # αχάλαστος # ολάκερος # ολόκληρος # ολομερής # σώος
  2. ακεραιοσύνη [η] αθωότητα # ακεραιότητα
  3. ακεραιότης [η] αρτιότητα # γνησιότητα # τιμιότητα # ακεραιότητα # πληρότητα # αυτοτέλεια # αυτονομία
  4. ακέραστος [επίθετο δικατάληκτο] αμιγής # ανόθευτος # γνήσιος # καθαρός # ασυμβίβαστος
  5. ακεραύνωτος [επίθετο δικατάληκτο] ακεραυνοβόλητος
  6. αλκαίος [επίθετο τρικατάληκτο] δυνατός # ισχυρός
  7. αλλάξ [επίρρημα] εναλλάξ # διαδοχικά # εκ περιτροπής # απανωτά
  8. άλλομαι [ρήμα - μέλλων υπεραλούμαι - αόριστος ηλάμην] πηδώ # σκιρτώ # τινάζομαι # αναπηδώ # ξεπηδώ # σπαρταρώ # σπαρταρίζω # πεταρίζω# επί έμψυχων όντων
  9. αμαλλοδετήρ [ο] δεματιαστής # εργάτης που δεματιάζει
  10. άρπαξ [επίθετο - ο και η] άρπαγας # αετονύχης # άρπαξ # βουτηχτής # διαγουμιστής # εκμεταλλευτής # κλέφτης # κουρσευτής # ληστής # πλεονέκτης # πλιατσικολόγος # συλητής # σφετεριστής # καταπατητής # νοσφιστής
  11. άρπαξ [ο] αρπάγη # γάντζος # τσιγκέλι
  12. αρπαξίβιος [επίθετο δικατάληκτο] που ζει από τις αρπαγές


  1. ανθρακεύω [ρήμα] ανθρακεύω # παράγω ξυλάνθρακες # κάνω κάρβουνα # απανθρακώνω # καρβουνιάζω # κατακαίω
  2. ανθρακίζω [ρήμα] ψήνω στα κάρβουνα # κάνω κάρβουνο # καρβουνιάζω # είμαι μαυροτσούκαλο # είμαι μαύρος σαν τη πίσσα
  3. ανθρακόεις [επίθετο τρικατάληκτο] φτιαγμένος από άνθρακα # ο από κάρβουνα
  4. ανθρακόω [ρήμα] απανθρακώνω # καρβουνιάζω # κατακαίω # αποτεφρώνω
  5. ανθράκωσις [η] απόστημα (είδος κακοήθους αποστήματος) # μαύρο έλκος
  6. απαράβατος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν μπορεί κάποιος να τον παραβεί # ακαταπάτητος # απαραβίαστος # που δεν μεταβιβάζεται σε άλλον # μη υπερβαίνων κάποια όρια
  7. απαράγωγος [επίθετο δικατάληκτο] μη παρασυρόμενος # σταθερός στο σκοπό του # μη παρεκτρεπόμενος ή αποπλανούμενος
  8. απαράδεκτος [επίθετο δικατάληκτο] απαράδεκτος # απρόσδεκτος # δυσάρεστος # ενοχλητικός # μη παραδεχόμενος # μη αποδεκτός # ανεπίδεκτος
  9. απαραίτητα αμαρτήματα [έκφραση] αναπότρεπτα λάθη
  10. απαραίτητος [επίθετο δικατάληκτο] αδυσώπητος # άκαμπτος # άφευκτος # αναπόδραστος # αναπότρεπτος # αναπόφευκτος # αναπόφυγος # απαραίτητος # αναγκαίος # επιβεβλημένος
  11. απαραιτήτως έχειν προς τινά [έκφραση] είμαι αδυσώπητος με κάποιον
  12. απαρακάλυπτος [επίθετο δικατάληκτο] ασκεπής # ξεσκέπαστος # φανερός # απροκάλυπτος
  13. απαρακολουθησία [η] προπέτεια # αυθάδεια # επιπολαιότητα # θρασύτητα # απείθεια # μεγάλη ταχύτητα
  14. απαρακολούθητος [επίθετο δικατάληκτο] απαρακολούθητος # ακατάληπτος # ασυνάρτητος # δυσνόητος # ανακόλουθος # αντιφατικός # ασυνεπής # ασυνεχής
  15. απαράλλακτος [επίθετο δικατάληκτο] αμετάβλητος # αναλλοίωτος # πανόμοιος
  16. απαραμύθητος [επίθετο δικατάληκτο] απαραμύθητος # απαρηγόρητος # αποκαρδιωμένος # απελπισμένος # απογοητευμένος # αποθαρρυμένος # αδυσώπητος # αμετάπειστος # ανένδοτος # αδιάλλακτος # ανεξευμένιστος # άτεγκτος # αδιόρθωτος
  17. απαρατήρητος [επίθετο δικατάληκτο] μη παρατηρούμενος # μη παρατηρηθείς # αθέατος # αφανής # αόρατος
  18. απάρατος [επίθετο δικατάληκτο] επάρατος # καταραμένος
  19. άπαργμα [το] προσφορά και θυσία των πρώτων καρπών # πρώτο κομμάτι θύματος που κόβεται για προσφορά θυσίας
  20. απαρεμφάτως [επίρρημα] χωρίς προσδιορισμό προσώπου
  21. απαρενόχλητος [επίθετο δικατάληκτο] μη ενοχλητικός # μη ενοχλούμενος # ατάρακτος # αδιατάρακτος # ανενόχλητος
  22. απαρεξόδευτος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν βγαίνει από το δρόμο του
  23. απαρίθμησις [η] απαρίθμηση # καταμέτρηση # καταρίθμηση # αρίθμηση # διαμέτρηση # επιμέτρηση
  24. απαριθμητέον [ρηματικό επίθετο του απαριθμέω] πρέπει να καταμετρήσουμε
  25. απαρνησιθεΐα [η] άρνηση του Θεού
  26. απαρνησίθεος [επίθετο δικατάληκτο] αρνούμενος το Θεό # άθεος
  27. απάρνησις [η] απάρνηση # αποκήρυξη # απόρριψη # αρνησιά # άρνηση # εγκατάλειψη # απόκρουση # αποποίηση
  28. απαρρησίαστος [επίθετο δικατάληκτο] φοβούμενος να πει με θάρρος τη γνώμη του # στερημένος της ελευθερίας του λόγου # ανειλικρινής # κρυψίνους # υποκριτής # κακόπιστος # διπρόσωπος
  29. απαρρησίαστος πολιτεία [έκφραση] τυραννική πολιτεία όπου δεν υπάρχει ελευθερία λόγου
  30. απαρτικός [επίθετο τρικατάληκτο] έτοιμος για αναχώρηση
  31. απαρτιλογία [η] πλήρης αριθμός # σωστή ποσότητα
  32. απάρτιον προγράφειν [έκφραση] βάζω τα κτήματα μου σε πλειστηριασμό
  33. απάρτισις [η] τελείωση # ολοκλήρωση # συμπλήρωση # αποτελείωση # πλήρες σύστημα # συναρμογή # συναρμολόγηση # συνταίριασμα # σύναψη # σύνδεση # άρμοση
  34. απάρτισμα [το] ολοκλήρωση # αποπεράτωση # αποτελείωμα # αρτίωση # ενοποίηση # επιστέγαση # συμπλήρωση # τελείωση # τέλειωμα
  35. απαρχαί [αι] τρίχες και άκρα των σφαγίων που έκοβαν πρώτα σε θυσίες # το εκλεκτό μέρος καρπών ή λείας θυσίας για τους θεούς # πρώτοι καρποί που προορίζονταν για θυσία
  36. απαρχαΐζω [ρήμα] καθιστώ κάτι αρχαίο ή σύμφωνο με αρχαία πρότυπα
  37. απάρχομαι [ρήμα] κόβω άκρα και τρίχες θύματος θυσίας # κάνω αρχή # προσφέρω σαν θυσία τους πρώτους καρπούς # εκλέγω το άριστο # αφιερώνω κάτι ως θύμα θυσίας # αρχίζω # αρχινώ # αρχινίζω # βάζω μπρος # εκκινώ # ξεκινώ
  38. απάρχω [ρήμα] προΐσταμαι # διοικώ # εξουσιάζω # διευθύνω # άρχω # είμαι πρώτος
  39. ιοδόκος [επίθετο δικατάληκτο] περιέχων βέλη # δηλητηριώδης # περιέχων φαρμάκι # φαρμακερός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου