ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Γεώργιος Α Παπανδρέου


Γνωμονική Ακολουθία - Γεώργιος Α Παπανδρέου 1226




καταχωρώ κάποιον ως δούλο # υποδουλώνω κάποιον με συμβόλαιο δουλείας


Έσχατον αγριοκυπαρισσάκι αγριολαφίτσα αδάσυντος αδύναστος αειφιλόκοσμος αεροπορώ αετόφθαλμος ακέλυφος ακεύω ακριτόδακρυς ακροδυστονία αλευροκολοκύθα αλλαμπούρδου αμεινόνως ανέκρυπτος αντιγεμίζω αντιζώνη απολέμως αποπομπέω απόρευτος αποφθεγκτήριον αραχνόδοξος αργυροταμίας αρτιβρεφής αρχείτις αρχιπάρθενος ασβεστίτης ασύνετος άσχετον άτεχνος ατονέω αυτοδιπλάσιον αυτομέλαθρος αφύλλανθες βαρβαροκατάληκτος βασσετίτης βιώλεθρος γητομέω γλυκυλόγος δαμασώνιον δαφνούσα δάφνουσα διαυγάζω διεγγυάω διιπολιώδης δοριαλωσία δουλομαχία

δυαδίζω εαοτών εγκλιματίζω εισορμάω εκβιομηχάνισις έκφαυλος ελεφαντένιος ελεφαντίνεος εμμελετάω ενύπαρκτος επαιώνιος επεγχείρησις επικαίρως επικαλυπτικός επικαταδέω επισιλλαίνω επισκαίρω επισταλτικός δυαδίζω εαοτών εγκλιματίζω εισορμάω εκβιομηχάνισις έκφαυλος ελεφαντένιος ελεφαντίνεος εμμελετάω ενύπαρκτος επαιώνιος επεγχείρησις επικαίρως επικαλυπτικός επικαταδέω επισιλλαίνω επισκαίρω επισταλτικός

επιτλάω επιφάτνιος ερυθραυγής ετοιμαστικός ευισχία εύκλαστος εύσοντας ευφάμιος ζαχολίτης ζωολιθικός ηλιοφυής ησυχίη θαυμαστέος θολερώδης ιάτρευσις ιερομάρτυς κακοντυμένος καμωμένος καταγραφικός καταπείθω κατάρδω κατερώ κατεχικός κατοικέω κελαινόχροος κενοτάφιος κρατέω κτυπητήρι κυνοκεφάλιον κυφαλέος κωριδάμνας λαμπροείμων λοχεύομαι μαστογραφία μεγαλόζωος μελίτωμα μεσόφασις μετακατατροπή μετακινώ νοαρέως ξεθώριασμα οκτάξεστος οξυκέρατος παιώνειος πανδάκρυτος πανεύτονος παράχορδος πατρούεος πελωριάς περιναύτιος πλατύκερκος πολεμαρχικός πολυκτέανος πολυυβρίδιον πουλυδάμας πραξικοπέω προαναλαμβάνω προεκλάμπω προεκμανθάνω προοπτεύομαι προσπορεύομαι προωνέομαι πτεροφόρα πυρορρητίνη πύρσευμα ράχετρον σάκωσε σαπφείρινος

σιχαμερός στεατόκονις στρογγυλόν συναλειπτικόν συνεκλύομαι τελαμών τερατισμός τετράπορος τουρκογενής τριακόντερος υπερημερήσιος υπερφθέγγομαι υποερυθραιμία φεμινίστρια φιλαίτερος φιλέραιτος φιλεταίρος φιλέταιρος φραστέον φύρακες φυτείαι χαϊδαρλίου χαμεύνιον χάοντες χέρνασος χερούκλα χουρμαδιά

πραξικοπέω
πραξικοπέω [ρήμα] εκτελώ με επιβουλή και αιφνιδίως κάτι # εκτελώ κάτι με προμελέτη και δόλο ή προδοσία # κυριεύω με αιφνίδια έφοδο ή προδοσία # καταστρατηγώ

Γνωμονική Ακολουθία - Γεώργιος Α Παπανδρέου 1983

Αμαξοφόρτωμα αναποσπάστως ανεχουμίζω ανθρωποφλόγος αποβιώσκω βαλτώνω βραχύστομος βρογχωτήρ γλισχρόχολος γομφωτός γυμνόνωτος γυψόφιλος διασαρωνίζω διασφήνωσις δουλογραφέω εγχορεύω εκκλησοχώριον εκπροφεύγω εκφωνητικός εξασβέστωσις επεγχρίπτω ερωτόπληκτος ετερόγλωσσος ευκοινώνητος ευφημικώς ιππογνώμων καταπλατύνω κλυτοτέχνης λαχανωνυμία μικρογνώμων μπουζουκοκέφαλος νενηφότως νυκτεγερτώ νωκαρώδης παραφράσσω πλατανιώτισσα προαναφοιτάω προεκφεύγω στεφοκόσμητος στιχουργικός συμβιωτάριον συνταλαιπωρία τριώρυγος τρυφερότης υπερστήμων υποσκευάζω φιλοτέχνησις ψευδάργυρος

Γνωμονική Ακολουθία - Γεώργιος Α Παπανδρέου 3209
Τρυφερωδώς

Έσχατον
έσχατον [επίρρημα] άκρως # στον έσχατο βαθμό # στα άκρα
έσχατον κύβον αφίημι [έκφραση] δοκιμάζω τη τύχη μου για τελευταία φορά
αγριολαφίτσα
αγριόβουλος [επίθετο δικατάληκτο] άγρια βουλόμενος
αγριοδαίτης [ο] τρώγων άγριους καρπούς
αγριόεις [επίθετο τρικατάληκτο] άγριος # εξαγριωμένος
αγριόθυμος [επίθετο δικατάληκτο] αγριόψυχος
αγριόμορφος [ο] αγριοπρόσωπος # αγριοφανής # με άγρια όψη
αγριόομαι [ρήμα παθητικό - αόριστος ηγριώθην] εξαγριώνομαι # αγριεύω # βλαστάνω αυτοφυής # μένω ακαλλιέργητος # κακοσυνεύω # κακοφορμίζω # χειροτερεύω
αγριοπετεινάλιον [ο] τσαλαπετεινός
άγριος [επίθετο τρικατάληκτο] αγροτικός # όχι ήμερος # άγριος # ακαλλιέργητος # αυτοφυής # ανήμερος # θηριώδης # ορμητικός # μανιώδης #

κακοήθης (ιατρική)
η απάντηση
αγριοσέλινον [το] άγριο σέλινο
αγριοσίκυον [το] αγριάγγουρο # πικράγγουρο
αγριοσυκή [η] αγριοσυκιά
ΣΧΟΛΙΑ ofis66 κακώς το αναφέρω γιατί σου αξίζει

αγριότης [η] ιδιότητα του αγρίου # αγριότητα # θηριωδία # κτηνωδία # στυγερότητα # ωμότητα
αγριόφρων [ο και η αγριόφρων - το αγριόφρον] άγρια φρονών # άγρια βουλόμενος
αγριόφωνος [επίθετο δικατάληκτο] ο με άγρια φωνή # αγριόγλωσσος
αγριόω [ρήμα - αόριστος ηγρίωσα] εξαγριώνω


αδάσυντος
άδας [δωρικός τύπος της λέξης Άδης] Άδης
αδασμολόγητος [επίθετο δικατάληκτο] αφορολόγητος
άδασμος [επίθετο δικατάληκτο] αφορολόγητος # ελεύθερος τελών # ασύδοτος # ελεύθερος από φόρους ή δασμούς
άδαστος [επίθετο δικατάληκτο] αμέριστος # αδιαίρετος # ακαταμέριστος # αμοίραστος # αδιανέμητος
αδύναστος
αδυνάστευτος [επίθετο δικατάληκτο] ανεξουσίαστος # πολιτικά ανεξάρτητος # αυτόνομος # ακυριάρχητος
αδυναστία [η] αδυναμία # ανημποριά # ασθενικότητα # ατονία # αχαμνάδα

ΣΧΟΛΙΑ ofis66 δώστε βάση στην λεξη αειφιλόκοσμος εδώ έπεται συνεχεία για τους υποψιασμένους 

αειφιλόκοσμος
αειφανής [επίθετο δικατάληκτο] πάντοτε λάμπων # πάντοτε ορατός (για ουράνια σώματα)
αείφατος [επίθετο δικατάληκτο] πάντοτε εξυμνούμενος
αειφεγγής [επίθετο δικατάληκτο] πάντοτε λάμπων # πάντα φεγγερός
αειφλεγής [επίθετο δικατάληκτο] πάντοτε φλέγων
αειφόρος [επίθετο δικατάληκτο] διαρκώς καρποφόρος # παραγωγικός συνεχώς
αειφρούρητος [επίθετο δικατάληκτο] διαρκώς φρουρούμενος
αείφρουρος [επίθετο δικατάληκτο] που φρουρεί διαρκώς και πάντα # αιώνια προστατευτικός
αειφυγία [η] εξορία ισόβια ΣΧΟΛΙΑ ofis66 αυτή θα είναι η τιμωρία σου σε όλες τις διαστάσεις
 αειφυλλία [η] διαρκής φυλλοφορία
εγκλιματίζω
εγκλίμα [το] κλίση # απόκλιση από κάθετο # γέρσιμο # γωνία κλίσης # πρανές # λέξη που κλίνεται # υποχώρηση στρατιωτική
ασύνετο
ασύνετος [επίθετο δικατάληκτο] αλόγιστος # απερίσκεπτος # άφρονας # άφρων # βλάκας # μικρόμυαλος # μωρός # παράφρων # ακατάληπτος # ακατανόητος # απαρακολούθητος # μυστηριώδης
άτεχνος
άτεχνος [επίθετο δικατάληκτο] αδέξιος # άξεστος # απερίτεχνος # ατζαμής # ατζαμίδικος # κακότεχνος # κακοδουλεμένος # κακοφτιαγμένος # αντιαισθητικός # αντικαλλιτεχνικός # σκιτζίδικος # άτεχνος # απονήρευτος # αθώος # άδολος # άκακος
σιχαμερός
σιχθός [ο] σάπιος
τουρκογενής
τούρμα [η - λατινικά turma] μοίρα στρατιωτική # επαρχία # νομός # περιφέρεια # τμήμα πόλης (δήμος ή συνοικία)
τουρμαρχέω [ρήμα] είμαι έπαρχος ή τοπάρχης
τουρανού [κράση] του ουρανού
τούργον [κράση] το έργον
ετερόγλωσσο
ετερόγλωσσος [επίθετο δικατάληκτο] ομιλών άλλη γλώσσα # αλλόγλωσσος # ξενόγλωσσος # ξενόφωνος
εκκλησοχώριον
εκκλησία [η - εξ αυτής η αγγλική λέξη ecclesia - οι ιταλικές ecclesiale & ecclesiastico - η γαλλική ecclesiastique] τακτική συνάθροιση ανθρώπων # συνέλευση του λαού # τόπος συνέλευσης # χριστιανικός ναός
εκκλησιάζομαι [ρήμα] γίνομαι δεκτός στην εκκλησία
εκκλησιάζω [ρήμα - παρατατικός εκκλησίαζον ή εξεκκλησίαζον - αόριστος εξεκλησίασα] συγκροτώ εκκλησία # συνεδριάζω δημοσίως # συζητώ # συγκαλώ # συναθροίζω # καλώ στην εκκλησία
εκκλησίαι κυρίαι [αι] τακτικές συνελεύσεις
εκκλησίαν ποιήση - όταν εκ των νόμων καθήκη [έκφραση] θα γίνει συνέλευση - όταν φτάσει η ώρα που ορίζει ο νόμος
εκκλησιαστής [ο - εξ αυτής η αγγλική και ιταλική Ecclesiaste] μέλος ή εταίρος της εκκλησίας # ρήτορας της εκκλησίας του λαού # παριστάμενος σε λαϊκή συνέλευση
εκκλησιαστικόν [το] αποζημίωση χρηματική στους συμμετέχοντες στην εκκλησία του δήμου
εκκλησιαστικός [επίθετο τρικατάληκτο - εξ αυτής η αγγλική λέξη ecclesiastic - η ιταλική ecclesiastico - η γαλλική ecclesiastique] ανήκων στην εκκλησία # της εκκλησίας # της συνέλευσης # κληρικός # ιερωμένος
εκκλησιέκδικος [ο] υπερασπιστής της εκκλησίας
έκκλησις [η] επίκληση # πρόκληση # παράκληση # απαίτηση
εκβιομηχάνισις
έκβιος [επίθετο δικατάληκτο] στερημένος ζωής # νεκρός
εκβιόω [ρήμα] αποζώ # αποβιώνω

Γνωμονική Ακολουθία - Γεώργιος Α Παπανδρέου 1983

αμαξοφόρτωμα
αμαξοφόρητος [επίθετο δικατάληκτο] φερόμενος σε κάρο
γλισχρόχολος

δουλογραφέω
δουλογραφέω [ρήμα] καταχωρώ κάποιον ως δούλο # υποδουλώνω κάποιον με συμβόλαιο δουλείας
ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσος [επίθετο δικατάληκτο] ομιλών άλλη γλώσσα # αλλόγλωσσος # ξενόγλωσσος # ξενόφωνος
ψευδάργυρος
ψευδάργυρος [ο] ψευδάργυρος # τσίγκος
φύρακες
φυράτης [ο] αυτός που ανακατώνει # ανακατωσούρης
φυράω [ρήμα] ανακατώνω # ζυμώνω # αναμιγνύω # σμίγω # συγχέω # μολύνω # λερώνω

έστω και αυτά τα λίγα πιστεύω να σας κάλυψαν
ofis66

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου