ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ιωάννης Μπουτάρης



Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΩΝ  


Γνωμονική Ακολουθία - ιωαννης μπουταρης(2318)


αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτος [επίθετο δικατάληκτο] που ζει από την εργασία των χεριών του

βραχυτομέω
βραχυτομέω [ρήμα] κλαδεύω βαθιά

καταμαστροπεύω
καταμαστεύω [ρήμα] σκαλίζω παντού # καταζητώ
καταμαστίζω [ρήμα - μεταγενέστερος τύπος] κτυπώ δυνατά με το μαστίγιο

λυτρωτήριος
λυτρωτήριος [επίθετο τρικατάληκτο - λατινικά redimens] λυτρωτικός # ελευθερωτικός

ξεστραβώνω
ξέστρον [το] πλάνη # εργαλείο λείανσης ξυλουργού # ροκάνι

παραπρυτανεύω
παραπρυτανεύω [ρήμα] διοικώ κακώς # εκτελώ το καθήκον του πρύτανη

πληώττω
πλήων [επίθετο δικατάληκτο - δωρικός τύπος της λέξης πλείων - συγκριτικό του "πολύς"] περισσότερος # πιο πολύς # πιότερος # πλιότερος # ολόκληρος # σωστός

προσεκχλευάζω
προσεκχλευάζω [ρήμα] χλευάζω ακόμη περισσότερο

στεμφυλουργός
στέμφυλον [το] αποστραγγίδι της ελιάς # τσίπουρο # αποστραγγίδι του σταφυλιού # στέμφυλο # στροφίλι # στροφιλιά # τσικουδιά
σχόλιο: ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΑ ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ λέτε δεν τον πιστεύω

σφυριχτής
σφυρίς [η] πανέρι # κοφίνι # κόφα # κόφινος # κάνιστρο # σκεύος πλεγμένο # κοφίνι για τα ψάρια # έρανος # συμβολή # συμμετοχή στα έξοδα # ρεφενές

ταραντιναρχέω
ταραντινίδιον [το] γυναικείο διαφανές φόρεμα
ταραντινίζω [ρήμα] μιμούμαι τους Ταραντίνους # είμαι με τους Ταραντίνους
Ταραντίνος [ο] κάτοικος του Τάραντα
σχόλιο: το γυναικείο διαφανές φόρεμα το αφήνω στην κρίσης σας τι σημαίνει. Δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που το παίζει Έλληνας. Ο λεξαριθμος μας το λέει ξεκάθαρα ΜΙΜΟΥΜΑΙ τους Σπαρτιάτες δηλαδή τους Έλληνες ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΈΛΛΗΝΑΣ με λίγα λόγια και μας το συνεχιζει δείχνοντας ότι προέρχεται από αποικία των Σπαρτιατών στην κάτω Ιταλία.

τεχνηέντως
τεχνηέντως [επίρρημα] με τέχνη # εντέχνως

υδραργύρωσις
υδραργυρίζω [ρήμα] μοιάζω με υδράργυρο
υδράργυρος [ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη hydrargyrum] υδράργυρος

υπερεκφεύγω
υπερεκφεύγω [ρήμα] διαφεύγω μακριά # ξεφεύγω πολύ

υπερκυβιστάω
υπερκυβιστάω [ρήμα] κινδυνεύω για χάρη κάποιου # ριψοκινδυνεύω παράτολμα

υποφώνησις
υποφώνησις [η - λατινικά acclamatio] προσφώνηση # προσαγόρευση # προσλαλιά # πρόσρηση # επίκληση # παρότρυνση # προτροπή # ενθάρρυνση

φωτιστής
φωτιστής [ο] φωτίζων

χειρουργικώς
χειρουργική [η] επιστήμη του χειρουργού "η δια του τέμνειν και καίειν υγιάζουσα"


Γνωμονική Ακολουθία - ιωαννης μπουταρης(1433)


αιματόρραχις
αιματορρόφος [επίθετο δικατάληκτο] που ρουφά αίμα
αιματόρρυτος [επίθετο δικατάληκτο] ρέων αίμα

αναπράσσω
αναπράσσω [ρήμα] απαιτώ # απαιτώ εξόφληση # απαιτώ τα οφειλόμενα
αναπράσσω υπόσχεσιν [έκφραση] ζητώ την εκπλήρωση υπόσχεσης

αναρράπτω
αναρράπτω [ρήμα] ράβω ξανά # μπαλώνω ξανά

ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτος [επίθετο δικατάληκτο] ανεπιτήδευτος # ανεκζήτητος # απροσποίητος # μη τεχνητός # άτεχνος # απέριττος

αντιπαρεξέρχομαι
αντιπαρεξέρχομαι [ρήμα] προχωρώ εναντίον ή παράλληλα με κάποιον # πορεύομαι παράλληλα και εναντίον κάποιου # εφορμώ εναντίον εχθρού που εφορμά # εξορμώ και εγώ αμοιβαία

αποκυνώδη
απόκυνον [το] βότανο (είδος που λέγεται αλλιώς και κύναγχον ή κυνόμορον ή κυνοκράμβη ή σκυλοβότανο)
αποκυνόω [ρήμα] μεταμορφώνω σε σκύλο
σχόλιο: Ποιους τους Έλληνες;

ΕΔΩ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΕ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΟΧΗ
αποσύζευξις
αποσυγχωρέω [ρήμα] αποχωρώ
αποσυκάζω [ρήμα] μαζεύω σύκα # δοκιμάζω αν τα σύκα είναι ώριμα ζουλώντας τα # δοκιμάζω # βολιδοσκοπώ
αποσυλάω [ρήμα] σκυλεύω # αρπάζω από σκοτωμένο # διαρπάζω # λαφυραγωγώ # ξεγυμνώνω
αποσύλησις [η] σκύλευση # κλέψιμο σκοτωμένου # λαφυραγωγία # αρπαγή # ξεγύμνωμα
αποσυμβαίνω [ρήμα] δεν συμβαίνω
αποσυμβολάν [απαρέμφατο] συναντώ
αποσυμβουλεύω [ρήμα] αποτρέπω # αποθαρρύνω # εμποδίζω # συμβουλεύω αρνητικά

αποσυνάγω [ρήμα] σκορπίζω # περισυνάγω # περιμαζεύω
αποσυνάγωγος [επίθετο δικατάληκτο] διωγμένος από τη συναγωγή
αποσύνακτος [επίθετο δικατάληκτο] διωγμένος από τη συναγωγή # απόβλητος
αποσυνάπτω [ρήμα - αντίθετο του συνάπτω] παραλύω # διαλύω
αποσυνεθίζω [ρήμα] ξεσυνηθίζω # ξεμαθαίνω
αποσυνεργέω [ρήμα] αντενεργώ # δεν συνεργώ # εμποδίζω
αποσυνέργησις [η] αντενέργεια # παρεμπόδιση
αποσυνίσταμαι [ρήμα] ανατρέπομαι # γίνομαι ανόμοιος
αποσυνοψίζω [ρήμα] συνοψίζω # ανακεφαλαιώνω # γενικεύω # εκθέτω περιληπτικά # συγκεφαλαιώνω
αποσυριγγόω [ρήμα] μεταβάλλω σε σύριγγα
αποσυρίζω [ρήμα] σφυρίζω # σφυρίζω δυνατά
αποσυρίττω [ρήμα] διώχνω με σφυρίγματα
απόσυρμα [το] ότι αποσύρθηκε # ότι τραβήχτηκε # απόξυσμα # γδάρσιμο
αποσύρω [ρήμα] σέρνω πίσω # αποσπώ μακριά # αφαιρώ # τραβώ # γδέρνω # σηκώνω από τη μέση
αποσυσσιτέω [ρήμα] απουσιάζω από συσσίτιο
αποσύστασις [η] καταστροφή # αποσύνθεση # χάλασμα

ασαράντιστος
ασαρκής [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς σάρκα # πνευματικός
άσαρκος [δικατάληκτο επίθετο] αδύνατος # λιπόσαρκος # ισχνός # ξερακιανός # κοκαλιάρης # άπαχος

κουφολόγος
κουφολόγος [επίθετο δικατάληκτο] ομιλών χωρίς ντροπή # απερίσκεπτος # αστόχαστος # άγνωμος # άκριτος # απρόσεκτος # ασυλλόγιστος

κρασοκατάνυξις κυνοβάμων κωρήτες λυκούρεσης
λυσσοδάκτης
λυσσόδηκτος [επίθετο δικατάληκτο] δαγκωμένος από λυσσασμένο σκύλο
λυσσοδίωκτος [επίθετο δικατάληκτο] διωκόμενος από τη λύσσα

ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΤΕ ΕΝΑ ΔΕΙΓΜΑ ΠΟΙΟΙ ΕΠΙ+ΤΕΛΟΥΣ ΚΥΒΕΡΝΟΥΝ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ

 σημ Όταν δεν υπάρχει συνοχή και έννοια στο κείμενο αλφαβητικά {στην ροή των λέξεων} συνήθως δηλώνει πλαστό όνομα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου