ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

«ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα»
(«αυτός ο οποίος θα γνωρίσει-καταφέρνει να γνωρίζει τα ονόματα-την ορθότητα των ονομάτων-το αληθινό περιεχόμενο των όν-ομάτων, θα γνωρίσει-θα είναι σε θέση να αντιληφθεί-επιγνώσει και τα πράγματα-την αληθινή ρίζα-πηγή αίτιο-σκοπό της φύσεως των πραγμάτων-δηλαδή της αληθινής πραγματικότητος που τα δημιούργησε και τον σκοπό σκοπιμότητα που αυτά υπηρετούν) [πλάτωνος κρατύλος-περί ονομάτων] ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ου πάντα τοις πάσι ρητά.

Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Παναγιώτης Τούλατος Γνωμονική Ακολουθία 2824>826

διδάσκω τα αντίθετα δόγματα # πρεσβεύω αντίθετες αρχές 
Γνωμονική Ακολουθία - Παναγιώτης Τουλάτος (2824)

Επιφωνηματικώς φωτοπροσδιορισμός
φωτοπροσδιορισμός
  • φωτοπλήξ [ο και η] θαμπωμένος από το φως
  • φωτοποιέω [ρήμα] δημιουργώ φως # φωτοβολώ # φέγγω
  • φωτοποιός [επίθετο δικατάληκτο] φωτοβόλος # φωτεινός # φωτιστικός


Γνωμονική Ακολουθία - Παναγιώτης Τουλάτος (1745)

Αγγουροκόφτης αγχώμαλος αναλιγώνω ανδρωνυμικός ανεπισημάντως απευθύνω αστερεογνωσία αφιλοδόξως αφροδισιών γραμματόκυφος δαψιλώς διαφλύω διοσφραίνω δρυμάσσω δυσεξέταστος εμφύω επινύσσω επιτυπόω ερεσχελώ ετύμως ευκατατόλμητος ευκοσμίως εϋτροχος εύτροχος εύχορτος ζευγόνυμφος θεαρχικώς θεοϊστούργητος θυραυλέω ιππόφεως ιχθυοληιστήρ κατελευθερόω κατερυθριώ κατευδρομέω κλεπτοτρόφος κλοποφορέω κοιλιολυτέω κρείσσωσις κτενωτός κυρωτέον λεχρίως μαρτυρογράφιον μετωπισμός μορφοποιέω μουσοποιέω μοχλευτικός μυσερώς νεόκλωστος ολοφυρτέος ομοιοκαταληκτέω οπιπτεύω οχλοκοπέω παρακλητεύω περίπτυστος πλεονοστρόφος πολεμόφρων πομποστολέω ποτιτέρπω προμέτωπος προσεκκόπτω προσεκπίπτω προσριπτέω προσυμνέω πρωτοπαπαδάκης σινωπεύς στεφανηφορία στιχιστέον συγκατηρεφής συντομογραφία τεσσούτος τριακοστόδυος τριτημορίζω τροχοπεδητής τυφεκισμός υδατόχλοος υδατόχολος υιοπρεπώς υπόπτευσις υποσπείρω υποτέμνω υφαψίδιον φθοριοκασσιτερικόν φιλεύω φιλοκοσμέω φρουμέντιος χειρικώς χειρονομώ  χορδαψός χρηματολήπτης ωκυτοκείον

αγχώμαλος
  • αγχώμαλος [επίθετο δικατάληκτο] σχεδόν ισοδύναμος # αμφίρροπος
αναλιγώνω
  • αναλικμάω [ρήμα] ξεχωρίζω άχυρο από στάρι # λιχνίζω
  • ανάλιος [ο - δωρικός τύπος της λέξης ανήλιος] ανήλιος
  • ανάλιστος [επίθετο δικατάληκτο] ανάλατος
  • αναλιχμάομαι [ρήμα] γλείφω # λείχω
ανεπισημάντως
  • ανεπισήμαντος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν έχει επισημανθεί # απαρατήρητος # ασήμαντος
  • απευθύνω [ρήμα] ισιάζω ξανά # επανορθώνω # αποκαθιστώ # διορθώνω # διευθύνω # διοικώ
αστερεογνωσία
  • αστέρες κομόωντες [οι] κομήτες
  • αστέρες του ουρανού διερριμμένοι [έκφραση] διάσπαρτα άστρα στον ουρανό
αφιλοδόξως
  • αφιλοδοξία [η] απαλλαγή από φιλοδοξία # έλλειψη φιλοδοξίας
  • αφιλόδοξος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν είναι φιλόδοξος # μη φιλόδοξος
αφροδισιών
  • αφροδίσια [τα] σαρκικές ηδονές # ερωτική απόλαυση # συνουσία # γαμήσι (ιδίως το ξέφρενο) # γεννητικά όργανα # αιδοία
  • Αφροδίσιος [επίθετο δικατάληκτο και τρικατάληκτο] ο της Αφροδίτης # αναφερόμενος στην Αφροδίτη # αφροδισιαστικός # γενετήσιος # σεξουαλικός
  • Αφροδίσια [τα] γιορτή της Αφροδίτης στην Αθήνα - στην Κόρινθο - τη Θήβα και την Αίγινα
  • αφροδίσια [τα] σαρκικές ηδονές # ερωτική απόλαυση # συνουσία # γαμήσι (ιδίως το ξέφρενο) # γεννητικά όργανα # αιδοία
γραμματόκυφος
  • γραμματόκυφος [ο] βουτηγμένος στα έγγραφα # γραμματομανής
δαψιλώς
  • δαψιλώς [επίρρημα] αφθόνως # πλουσιοπάροχα # άφθονα # πλούσια # με απλοχεριά # γενναιόδωρα
διοσφραίνω
  • διοσφραίνω [ρήμα] κάνω κάτι εύοσμο # μοσχομυρίζω
δρυμάσσω
  • δρυμάσσω [ρήμα] ξεσκίζω (με ανήθικη σημασία)
δυσεξέταστος
  • δυσεξέταστος [επίθετο δικατάληκτο] που εξετάζεται δύσκολα
εμφύω
  • εμφύω [ρήμα] φυτεύω εντός # εμφυτεύω # κρατώ γερά # σφίγγω # δαγκώνω # κρατώ στερεά
επινύσσω
  • επινύσσω [ρήμα] κεντώ πάνω στην επιφάνεια # χτυπώ πάνω στο δέρμα
ερεσχελώ
  • ερεσχελέω [ρήμα] αστεΐζομαι # χωρατεύω # πειράζω
εύχορτος
  • εύχορτος [επίθετο δικατάληκτο] έχων πολλή και καλή βοσκή # βόσκων καλά # ταγιζόμενος καλά
θεαρχικώς
  • θεαρχικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της εξουσίας των θεών # ο της υψίστης θεότητας # θεϊκός # θείος
θεοϊστούργητος
  • θεοίς άντα εώκει [έκφραση] έμοιαζε με τους θεούς απαράλλακτα
  • θεοίσι τετιμένος [έκφραση] τιμημένος από τους θεούς
θυραυλέω
  • θυραυλέω [ρήμα] διαμένω εκτός σπιτιού # τριγυρίζω έξω από το σπίτι # μένω στην ύπαιθρο # διαμένω στο στρατόπεδο # στέκω προ των θυρών # περιμένω στη θύρα (για εραστή)
ιχθυοληιστήρ
  • ιχθυοληϊστήρ [ο] κλέφτης ψαριών # ψαράς # αλιέας
κατελευθερόω
  • κατέλευσις [η] κάθοδος # κατάβαση
κατερυθριώ
  • κατερυθριάω [ρήμα] κατακοκκινίζω
κατευδρομέω
  • κατευδοκιμέω [ρήμα] ευδοκιμώ περισσότερο από άλλον # επισκιάζω κάποιον
κλεπτοτρόφος
  • κλεπτότροφος [επίθετο δικατάληκτο] που ενεδρεύει τα δείπνα # παράσιτος # παρακεντές # χαραμοφάης # τρεφόμενος εις βάρος άλλου # που τρέφεται από άλλον # που απομυζά άλλον για να τραφεί
κλοποφορέω
  • κλοποφορέω [ρήμα] κατακλέβω # κλέβω πολλά # κλέβω # αφαιρώ παράνομα # βουτώ # κλέπτω # κλέφτω # ξαφρίζω # σουφρώνω # σφετερίζομαι # υπεξαιρώ
κοιλιολυτέω
  • κοιλιολυτέω [ρήμα] διευκολύνω την κένωση
κρείσσωσις

  • κρείσσω [επίρρημα] κάλλιο # καλλιά # κάλλια # καλύτερα # μάλλον # προτιμότερο
  • κρείσσων [συγκριτικό του αγαθός] καλύτερος # γενναιότερος # τιμιότερος # πιο καλός # πιο δυνατός # πιο γενναίος # πιο ανδρείος # πιο χρηστός # πιο τίμιος # πιο ευγενής # πιο κατάλληλος # πιο αρμόδιος # πιο ωφέλιμος # πιο φρόνιμος # πιο συνετός
  • κρείσσων γαστρός [έκφραση] εγκρατής
  • κρείσσων λόγου [έκφραση] ανεκδιήγητος
  • κρείσσων χρημάτων [έκφραση] αδωροδόκητος
  • κρείσσων χρημάτων [ο] ανώτερος χρημάτων # ανιδιοτελής
κτενωτός
  • κτενωτός [επίθετο τρικατάληκτο] χτενισμένος # λαναρισμένος
κυρωτέον
  • κυρωτέον [ρηματικό επίθετο του κυρόω] πρέπει να επικυρώσουμε
λεχρίως
  • λέχριος [επίθετο τρικατάληκτο - λατινικά obliquus] εγκάρσιος # λοξός # πλάγιος
μαρτυρογράφιον
  • μαρτυρογράφιον [το] ιστορία αγίου μάρτυρα
μετωπισμός
  • μετωπίς [η - λατινικά fascia] ταινία του μετώπου # μαντίλι του μετώπου # ιατρικός επίδεσμος
μορφοποιέω
  • μορφοποιέω [ρήμα] διαπλάσσω # σχηματίζω # διαμορφώνω # μορφοποιώ # μορφώνω # απεικονίζω # παριστάνω
μουσοποιέω
  • μουσοποιέω [ρήμα] στιχουργώ # γράφω ως ποιητής # ψάλλω # άδω # τραγουδώ # υμνώ
μοχλευτικός
  • Μοχλευτής [ο] Δίας
  • μοχλευτής [ο] μετακινών βάρος με μοχλό
  • μοχλευτός [επίθετο τρικατάληκτο] κινούμενος με μοχλό
μυσερώς
  • μυσερός [επίθετο τρικατάληκτο] βδελυρός # σιχαμερός # αηδής # αηδιαστικός # μυσαρός # σιχαμένος
νεόκλωστος
  • νεόκλωστος [επίθετο δικατάληκτο] κλωσμένος πρόσφατα
ολοφυρτέος
  • ολοφυρτικός [επίθετο τρικατάληκτο] κλαίων # θρηνών # θρηνητικός # επιρρεπής στην κλάψα
ομοιοκαταληκτέω
  • ομοιοκαταληκτέω [ρήμα] έχω την ίδια κατάληξη με άλλον ((για στίχους) # ομοιοκαταληκτώ
οπιπτεύω
  • οπιπτεύω [ρήμα - λατινικά inspicio & inspecto] κοιτάζω τριγύρω με περιέργεια # παραμονεύω # καραδοκώ # περιεργάζομαι # μπανίζω # κοιτάζω τριγύρω με φόβο # κατασκοπεύω
οχλοκοπέω
  • οχλοκοπέω [ρήμα] ζητώ την εύνοια του λαού με κολακείες και ρητορείες # είμαι κόλακας του λαού # είμαι δημαγωγός
παρακλητεύω
  • παρακλητεύω [ρήμα] παρακαλώ # είμαι ικέτης # ικετεύω # θερμοπαρακαλώ # δέομαι
πλεονοστρόφος
  • πλεονοσυλλαβέω [ρήμα] έχω περισσότερες του δέοντος συλλαβές
πολεμόφρων
  • πολεμόφρων [επίθετο δικατάληκτο] φιλοπόλεμος # πολεμοχαρής # αρειμάνιος # πολεμόχαρος
πομποστολέω
  • πομποστολέω [ρήμα] στέλνω με πομπή # λιτανεύω # κάνω θρίαμβο (στη Ρώμη) # συνοδεύω
ποτιτέρπω
  • ποτιτέρπω [ρήμα - δωρικός τύπος της λέξης "προστέρπω"] ευφραίνω προσέτι # τέρπω προσέτι
προσεκκόπτω
  • προσεκκόπτω [ρήμα] βγάζω χτυπώντας # αποτέμνω # κόβω # αποκόπτω # ξεπατώνω # διαρρηγνύω
προσεκπίπτω
  • προσεκπίπτω [ρήμα] πέφτω έξω # πετιέμαι έξω # εκτινάσσομαι # ρίπτομαι έξω # εκτρέπομαι # εκτροχιάζομαι # παρεκτρέπομαι ολότελα # κάνω έξοδο από πολιορκούμενη πόλη
προσυμνέω
  • προσυμνέω [ρήμα] υμνώ με άσματα επί πλέον
πρωτοπαπαδάκης
  • πρωτοπαπάς [ο - βυζαντινός τύπος] πρωτόπαπας
σινωπεύς
  • σινωπική [η] ορυκτή ερυθρή βαφική
στεφανηφορία
  • στεφανηφορία [η] το να φορά κάποιος στεφάνι
  • στεφανηφόρια [τα] τελετή στεφανώματος νικητή
στιχιστέον
  • στιχιστέον [ρηματικό επίθετο του στιχίζω] πρέπει να τοποθετήσουμε κατά στίχους
συγκατηρεφής
  • συγκατηρεφής [επίθετο δικατάληκτο] σκεπασμένος από παντού
συντομογραφία
  • συντομουργός [ο - βυζαντινός τύπος] λεπτουργός
τεσσούτος
  • τέσσαρα [τα - εξ αυτής η αγγλική λέξη tessera] τέσσαρα # τέσσερα
  • τεσσαράβοιος [επίθετο δικατάληκτο] αξίζων 4 βόδια # κατασκευασμένος από 4 στρώματα βοδιού [σχόλιο πολύ θετικό]
  • τεσσαράγωνος [επίθετο δικατάληκτο] τετράγωνος
  • τεσσαρακαιδεκατίτης [ο] εορτάζων τη 14η μέρα
  • τεσσαρακαιδέκατος [επίθετο τρικατάληκτο] δέκατος τέταρτος
  • τεσσαρακονθήμερος [επίθετο δικατάληκτο] διάρκειας σαράντα μερών
  • τεσσαρακονταετής [επίθετο δικατάληκτο] σαραντάρης # τεσσαρακονταετής # τεσσαρακοντούτης # ηλικίας 40 χρόνων{σχόλιο 69 ετών εκοιμηθεί} {σήμερα είναι 62}
  • τεσσαρακονταετία [η] χρονικό διάστημα 40 ετών # διάρκεια ή επέτειος 40 ετών # τεσσαρακονταετία
  • τεσσαρακοντακαιπεντακισχιλιοστός [επίθετο τρικατάληκτο] έχων την θέση του 45000 (144.000)
  • τεσσαρακοστά [τα] δέηση στις σαράντα μέρες από την κηδεία
  • τεσσαρακοσταίος [επίθετο τρικατάληκτο] γινόμενος την τεσσαρακοστή μέρα
  • τεσσαρακοστός [επίθετο τρικατάληκτο] τεσσαρακοστός # ο με σειρά 40
  • τεσσαρεσκαιδεκαετία [η] διάστημα χρονικό 14 ετών
  • τεσσαρεσκαιδεκασύλλαβος [επίθετο δικατάληκτο] έχων 14 συλλαβές
  • τεσσαρεσκαιδεκαταίος [επίθετο τρικατάληκτο] γενόμενος σε 14 μέρες ή τη 14η μέρα
  • τέσσιχον [το] λίγο
τριακοστόδυος
  • τριακοστόδυος [επίθετο δικατάληκτο] τριακοστός δεύτερος # ο με σειρά 32
τριτημορίζω
  • τριτημοριαίος [επίθετο τρικατάληκτο] αποτελων το 1/3 ολου
τροχοπεδητής
  • τροχοπέδη [η] φρένο τροχού # πέδη # τροχοπέδη {σχόλιο μέχρι το 1/3 δικαιούται να γνωρίζει}
τυφεκισμός
  • τυφέω [ρήμα] καπνό φτιάχνω # καπνίζω # βγάζω καπνό # βγάζω κάπνα # καπνίζω μέλισσες # υποβάλλω σε κάπνισμα # κατακαίω # αποτεφρώνω # αφανίζω με τη φωτιά # καψαλίζω # τσουρουφλίζω # κρυφοκαίω # φλέγω # φλέγομαι # καίγομαι # καίγομαι από κρυφό έρωτα # σιγοκαίω
  • τυφεδανός [ο] κούφος # φλύαρος # μωρολόγος # απατεώνας # γόης # αγύρτης # αερολόγος # απεραντολόγος # ηλίθιος # πολυλογάς βλάκας
υδατόχλοος
  • υδατόχλοος [επίθετο δικατάληκτο] έχων το χρώμα του νερού # γαλαζοπράσινος
υδατόχολος
  • υδατόχολος [επίθετο δικατάληκτο] ανάμεικτος με νερό και ξίδι
υιοπρεπώς
  • υιοπατήρ [ο - λατινικά filiopater] πατέρας και γιος ταυτόχρονα
  • υιοπατορία [η] το να είναι κανείς ταυτόχρονα πατέρας και γιος
  • υιοποιέομαι [ρήμα - λατινικά adopto] υιοθετώ # αναγνωρίζω ξένο παιδί σαν δικό μου
  • υιοποίησις [η - λατινικά adoptio] υιοθεσία # αναγνώριση ξένου παιδιού σαν δικό σου
  • υιοποίητος [επίθετο δικατάληκτο - λατινικά adoptatus] υιοθετημένος
υπόπτευσις
  • υποπτεύω [ρήμα] είμαι καχύποπτος # υποπτεύομαι # υποψιάζομαι # έχω υποψίες # εικάζω # εικοτολογώ # υποθέτω # θεωρώ κάποιον ύποπτο
  • υπόπτευτος [επίθετο δικατάληκτο - λατινικά suspectus] ύποπτος
  • υποπτεύομαι [ρήμα παθητικό] είμαι ύποπτος
υποσπείρω
  • υποσπείρω [ρήμα] σπέρνω κρυφά
υποτέμνω
  • υποτέμνω [ρήμα - λατινικά intercipio] κόβω από κάτω # αποκόπτω κρυφά # κόβω δόλια ή κρυφά # κόβω # αφαιρώ # εμποδίζω τη διέλευση # κόβω δρόμο
υφαψίδιον
  • ύφα [το - άκλιτο] ύφασμα
  • υφαγέο [προστακτική δωρική του υφηγέομαι] πήγαινε μπροστά
  • υφαγνίζω [ρήμα] αγνίζω # καθαρίζω
  • υφάζω [ρήμα] υφαίνω
  • ύφαιμον βλέπειν [έκφραση] αγριοκοιτάζω
  • υφαίμων [επίθετο δικατάληκτο] που έχει από κάτω αίμα # ματωμένος
  • υφαίνομαι [ρήμα μέσον] υφαίνω # πλέκω # φαίνω # εξυφαίνω
  • υφαίνω [ρήμα - μέλλων υφανώ - αόριστος ύφηνα & ύφανα - παρακείμενος ύφαγκα] υφαίνω # πλέκω # φαίνω # εξυφαίνω # συνυφαίνω # μηχανορραφώ # βυσσοδομώ # δολοπλοκώ # σχεδιάζω # σκευωρώ # παρασκευάζω # κάνω
  • υφαιρέομαι [ρήμα] σφετερίζομαι # υπεξαιρώ # αντιποιούμαι # ενθυλακώνω # κλέβω # τσεπώνω # βγάζω από τη μέση # επωφελούμαι # ωφελούμαι # αρπάζω την ευκαιρία
  • υφαιρέομαι τους καιρούς [ρήμα] περιμένω την κατάλληλη στιγμή # καιροσκοπώ # περιμένω κατάλληλες περιστάσεις για να τις εκμεταλλευτώ
  • υφαίρεσις [η - λατινικά subtractio] αφαίρεση # υπεξαίρεση # υποκλοπή # κλοπή # μετριασμός # αποβολή φωνήεντος (γραμματική)
  • υφαιρετέον [ρηματικό επίθετο του "υφαιρέω"] πρέπει να αφαιρέσουμε
  • υφαιρέτρια [η - λατινικά obstetrix] μαία # μαμή
  • υφαιρέω [ρήμα] αφαιρώ από κάτω # αφαιρώ # πιάνω από κάτω # ελαττώνω # βγάζω από τη μέση # ξεπαστρεύω # καταλύω κρυφά # σκοτώνω
  • ύφαλα της νεώς [τα] βρεχάμενα του πλοίου # ύφαλα πλοίου
  • ύφαλα τραύματα [τα] ρήγματα από τα οποία μπαίνει νερό στο πλοίο
  • υφαλμυρίζω [ρήμα] αλμυρίζω λίγο # έχω κάπως αλμυρή γεύση
  • ύφαλος [επίθετο δικατάληκτο] ο κάτω από τη θάλασσα # ύπουλος # δόλιος # κρυψίνους # υφάλμυρος
  • ύφαμμος [επίθετο δικατάληκτο] αμμώδης # αμμουδερός # ψαμμώδης
  • υφαντάριος [ο] υφαντής
  • υφαντέον [ρηματικό επίθετο του "υφαίνω" - λατινικά contexendum] πρέπει να υφάνουμε
  • υφάντης [ο - λατινικά textor] υφαίνων # ανυφαντής # υφαντής # αράχνη
  • υφαντικός [επίθετο τρικατάληκτο - λατινικά textorius] ο της ύφανσης # σχετιζόμενος με την ύφανση ή τον υφαντή # που ασχολείται με την υφαντική
  • υφαντοδόνητος [επίθετο δικατάληκτο επίθετο δικατάληκτο] υφασμένος # υφαντός # που υφάνθηκε στον υφαντικό ιστό
  • υφάπλωσις [η - λατινικά substratio] άπλωμα από κάτω
  • υφάπτομαι [ρήμα εν τμήσει] δένομαι # δένω το σχοινί στο λαιμό μου και πνίγομαι
  • υφαρμόζω [ρήμα] αρμόζω από κάτω # προσαρμόζω # εφαρμόζω # προσάπτω # συναρμόζω
  • υφαρπαγή [η] κρυφή αρπαγή
  • υφαρπάζομαι [ρήμα] αρπάζω από κάτω ή κρυφά # υφαρπάζω # αποσπώ βίαια ή επιτήδεια # υπεξαιρώ # αρπάζω το λόγο από το στόμα κάποιου
  • υφαρπάζω τινά [έκφραση] κερδίζω με το μέρος μου κάποιον
  • υφάρπασις [η - λατινικά usurpatio] άρπαγμα κρυφά ή από κάτω # υφαρπαγή # αφαίρεση # υπεξαίρεση # υποκλοπή # κλοπή
  • υφαύω [ρήμα - λατινικά succendo] ανάβω από κάτω # ανάβω κρυφά ή μέσα
φθοριοκασσιτερικόν
  • φθόριον (φάρμακον) [το] φάρμακο ή μέσο εκτρωτικό
  • φθόριος [επίθετο δικατάληκτο] φθοροποιός
φιλεύω
  • φιλευώδης [επίθετο δικατάληκτο] αγαπών τις ευωδιές
φιλοκοσμέω
  • φιλοκοσμέω [ρήμα] αγαπώ τους στολισμούς
φρουμέντιος
  • φρούδοι ελπίδες [έκφραση] μάταιες ελπίδες
  • φρούδος [επίθετο τρικατάληκτο και δικατάληκτο - λατινικά evanidus] που μόλις έφυγε # που μόλις βγήκε # που μόλις αναχώρησε # απελθών # μάταιος # φευγάτος # που έφυγε # εκλιπών # αφανισμένος # φρούδος # αναποτελεσματικός # ανώφελος # άσκοπος
  • φρούδος αυτός εί θανών [έκφραση] πέθανε # πήγε σε άλλο κόσμο
  • φρούδος εστίν [έκφραση] μόλις έφυγε
  • φρούδως [επίρρημα] μάταια
  • φρούνος [ο] φρύνος
  • φρουρά [η - λατινικά custodia - praesidium] φρουρά # φρούρηση # σώμα φρουρών # προστασία με φρουρά # φύλαξη # φύλαγμα # φυλακή # εκστρατευτικό σπαρτιατικό σώμα # εκστρατεία της Σπάρτης # κουστωδία # προστασία # στρατιωτικό πόστο οχυρό # βάρδια # καραούλι
  • φρουράν οχείν [έκφραση] φρουρώ
  • φρουραρχέω [ρήμα] είμαι φρούραρχος
  • φρουράρχης [ο] αρχηγός φρουράς η φρουρίου
  • φρούραρχος [ο] αρχηγός φρουράς η φρουρίου # διοικητής φρουρίου # αρχηγός σωματοφυλακής # δεσμοφύλακας
  • φρουρέομαι [ρήμα μέσο] προφυλάγομαι # προσέχω
  • φρουρέομαι [ρήμα παθητικό] φρουρούμαι # συνοδεύομαι με φρουρά
  • φρουρητικός [επίθετο τρικατάληκτο] κατάλληλος για φρούρηση # ο της φρουράς
  • φρουρίς [η] πλοίο φρούρησης του στόλου
  • φρουρός [ο] φρουρός # φύλακας # σκοπιωρός # σκοπός # βαρδιάνος # βαρδιάτορας # βιγλάτορας
χειρικώς
  • χειρίζω [ρήμα] διαχειρίζομαι # χειρίζομαι # μεταχειρίζομαι # διευθύνω # διοικώ # κυβερνώ
  • χειριάω [ρήμα] είναι σκασμένα τα χέρια μου # πονώ στα χέρια
  • χείριος [επίθετο τρικατάληκτο] υποχείριος # υπόδουλος
  • χειρίσοφος [επίθετο δικατάληκτο] επιτήδειος στα χέρια # επιδέξιος # δεξιοτέχνης # χρυσοχέρης # χορευτής παντομίμας # μίμος # χορευτής
  • χειριστέον [ρηματικό επίθετο του χειρίζω] πρέπει να διαχειριστούμε ή να κυβερνήσουμε
  • χειριστεύω [ρήμα] είμαι διαχειριστής
  • χειριστής [ο] διαχειριστής # διευθυντής
  • χείριστος [επίθετο τρικατάληκτο] κάκιστος # έσχατος # χείριστος
χειρονομώ 
  • χειρονομέω [ρήμα] χειρονομώ # κάνω χειρονομίες # κάνω συνθηματικές κινήσεις των χεριών # περιγράφω με χειρονομίες # χορεύω παντομίμα # κάνω παντομίμα # σκιαμαχώ # μάχομαι χωρίς αντιπάλους
  • χειρονόμος [επίθετο δικατάληκτο] χειρονομών # χορευτής παντομίμας των Ρωμαίων # μίμος # χορευτής
χορδαψός
  • χόρδαψος [ο] πάθος των εντέρων # ειλεός
χρηματολήπτης
  • χρηματολαίλαψ [ο] λαίλαπα που αρπάζει τα πάντα # αρπάζων σαν λαίλαπα χρήματα # άρπαγας
ωκυτοκείον
  • ωκυτόκειος [επίθετο δικατάληκτο] που ξεγεννά γρήγορα
Γνωμονική Ακολουθία - Παναγιώτης Τουλάτος (1079)

ανανεωση
αγκαλιδοφόρος
  • αγκαλιδαγωγός [επίθετο δικατάληκτο] που φέρνει δεμάτια
αγκώνες
αγρευτός
  • αγρευτός [επίθετο τρικατάληκτο] πιαστός # τσακωμένος # τσακωτός
αερολογώ
  • αεροβάτης [ο] άνθρωπος που περπατά στον αέρα # αεροβάμων # αιθεροβάμων # ονειροπαρμένος # ονειροπόλος # ουρανοβάμων # φαντασιοκόπος # χιμαιροκυνηγός
  • αερόβιος [επίθετο δικατάληκτο] που ζει στον αέρα
  • αεροδίνητος [επίθετο δικατάληκτο] στροβιλιζόμενος στον αέρα
  • αεροκόραξ [ο] κόρακας που περπατά στον αέρα (φανταστικό πτηνό που το αναφέρει ο Λουκιανός)
  • αερομαχία [η] μάχη στον αέρα
  • αερόμελι [το] δροσόμελι # μελιτώδης δρόσος # το μάννα
  • αερομετρέω [ρήμα] κοπανίζω αέρα # χασομερώ # χρονοτριβώ # χάνω την ώρα μου # κάνω τρύπες στο νερό
  • αερομήκης [επίθετο δικατάληκτο] ουρανομήκης # που φτάνει στα ουράνια
  • αερόμυθος [επίθετο δικατάληκτο] αερολόγος # αεροκόπος # απεραντολόγος # περιττολόγος # φαφλατάς # φλύαρος
  • αεροσκοπία [η] αερομαντία
  • αεροφόβος [επίθετο δικατάληκτο] φοβούμενος τον αέρα ή τον άνεμο
  • αερόχροος [επίθετο δικατάληκτο] ανοιχτός γαλάζιος σαν τον ουρανό
αιγύπτειος
  • αιγυπτιάζω [ρήμα] μοιάζω με τους Αιγυπτίους # μιμούμαι τους Αιγυπτίους # μιλώ αιγυπτιακά
  • αιγυπτιακός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της Αιγύπτου ή των κατοίκων της
  • αιγυπτιαστί [επίρρημα] στη γλώσσα των Αιγυπτίων # όπως οι Αιγύπτιοι
  • Αίγυπτος [ο] ποταμός Νείλος # Αίγυπτος (βασιλιάς)
αισχίνης
  • αίσχιστος [επίθετο τρικατάληκτο] πολύ αισχρός
ακροσφήνιον
  • ακροσφαλής [επίθετο δικατάληκτο] που πέφτει εύκολα # που κλονίζεται εύκολα
  • ακροσφαλής προς υγείαν [έκφραση] φιλάσθενος # αρρωστιάρικος # ασθενικός # χλεμπονιάρης # αρρωστιάρης
αλιλουκίτης
  • αλία [η - δωρικός τύπος της λέξης εκκλησία (του δήμου)] συνέλευση # συνδιάσκεψη # συνάθροιση
  • άλια [τα] γιορτή προς τιμή του ήλιου
  • αλιάδης [ο] ναύτης # θαλασσινός # ναυτικός
  • αλιάετος [ο] αλιαετός # σταυραετός # ψαραετός # θαλασσαετός # θαλασσαϊτός
  • αλιαής [επίθετο δικατάληκτο] που πνέει πάνω ή προς τη θάλασσα
  • αλιανθής [επίθετο δικατάληκτο] βαμμένος με θαλάσσια πορφύρα # θαλασσόβρεχτος # θαλασσοβρεγμένος
  • αλιαρός [επίθετο τρικατάληκτο] αλατισμένος
  • αλιάς [η] ψαρόβαρκα
  • αλιαστής [ο - δωρικός τύπος της λέξης ηλιαστής] ηλιαστής # δικαστής
  • αλίαστος [επίθετο δικατάληκτο] ανένδοτος # επίμονος # συνεχής
  • αλιβάνωτος [επίθετο δικατάληκτο] αθυμιάτιστος # αλιβάνιστος
  • αλίβας [ο] νεκρός
  • αλίβατος [ο - δωρικός τύπος της λέξης ηλίβατος] ψηλός # πολύ ψηλός # απόκρημνος # δύσβατος # αχανής # υπερμεγέθης
  • αλίβρωτος [επίθετο δικατάληκτο] θαλασσοφαγωμένος # θαλασσοδαρμένος # αλίκτυπος # θαλασσόδαρτος
  • αλιγείτων [επίθετο δικατάληκτο] παραθαλάσσιος # ακταίος # παράλιος
  • Αλιγενής [η] Αφροδίτη
  • αλιγενής [επίθετο δικατάληκτο] γεννημένος μέσα από τη θάλασσα (επίθετο της Αφροδίτης)
  • αλίγκιος [επίθετο τρικατάληκτο - επικός τύπος] όμοιος
  • αλιγύγλωσσος [επίθετο δικατάληκτο] όχι λιγύφωνος # που δεν έχει καθαρή φωνή
  • αλίδρομος [επίθετο δικατάληκτο] διατρέχων τις θάλασσες # θαλασσοπόρος
  • αλιδύω [ρήμα] βουτώ στη θάλασσα
  • αλιεία [η] ψαρική # ψάρεμα # αλιεία
  • αλιεύς πληγείς νούν φύσει [παροιμία] όποιος καίγεται στο χυλό φυσά και το γιαούρτι
  • αλιεύω [ρήμα] αλιεύω # ψαρεύω
  • αλίζω [ρήμα] αλατίζω # παστώνω
  • αλίζω [ρήμα] συναθροίζω
  • αλίζωνος [επίθετο δικατάληκτο] θαλασσοφίλητος # βρεχούμενος ολόγυρα από τη θάλασσα
  • αλίη [η - Ιωνικός τύπος της λέξης εκκλησία (του δήμου)] συνέλευση # συνδιάσκεψη # συνάθροιση
  • αλίθιος [ο - δωρικός τύπος της λέξης ηλίθιος] ηλίθιος «θειος εστι ο ΗΛΙ»
  • άλιθος [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς πέτρες
  • αλιθρέμμων [ο και η] που τρέφεται στη ή από τη θάλασσα
  • αλίκος [ο - δωρικός τύπος της λέξης ηλίκος] τόσος στο μέγεθος ή στην ηλικία # τόσο μεγάλος ή μικρός # όσο μεγάλος
  • αλίμενος [επίθετο δικατάληκτο] στερούμενος λιμανιού # ο χωρίς καταφύγιο # ο χωρίς λιμάνια # άξενος # αφιλόξενος # αλίμενος # μισόξενος
  • αλιμενότης [η] έλλειψη λιμανιού
  • άλιος [ο - δωρικός τύπος της λέξης ήλιος] ήλιος
  • άλιος [επίθετο τρικατάληκτο] μάταιος # ανώφελος
  • αλιόω [ρήμα ποιητικό - μέλλων αλιώσω - αόριστος ηλίωσα] ματαιώνω # καταστρέφω # αφανίζω # παραλύω
  • άλις [επίρρημα] σωρηδόν # άφθονα # χύμα # αρκετά
  • άλις των δρυόχων [έκφραση] φράσεις και κουβέντες που μένουν στη μέση
  • αλίσβη [η] απάτη
  • αλισγέω [ρήμα] μολύνω # μιαίνω
  • αλίσγημα [το] μόλυσμα # λέρωμα
  • αλίσκομαι [ρήμα - μέλλων αλώσομαι - αόριστος εάλων] συλλαμβάνομαι # κυριεύομαι # πιάνομαι # τσακώνομαι # μαλλιοτραβιέμαι # πιάνομαι στα χέρια
  • αλίσκομαι θανάτω [έκφραση] θανατώνομαι # καταδικάζομαι σε θάνατο
  • αλίστονος [επίθετο δικατάληκτο] περικυκλωμένος από θάλασσα φουρτουνιασμένη και βροντερή # που στενάζει προς τη θάλασσα
  • αλιστός [επίθετο τρικατάληκτο] αλατισμένος
  • αλίστρα [η] τσουλήθρα
  • αλιταίνω [ρήμα - αόριστος ήλιτον] αμαρτάνω # αμαρταίνω # κολάζομαι # πλανιέμαι # σφάλλω
  • αλίτημα [το] πλάνη # σφάλμα # αμάρτημα
  • αλιτημένος [μετοχή του αλιταίνω] αμαρτωλός # φταίχτης
  • αλιτήμερος [επίθετο δικατάληκτο] πρόωρα γεννημένος # παράκαιρα γεννημένος
  • αλιτήμων [επίθετο δικατάληκτο] εκδικητής # ασεβής # ένοχος # φταίχτης # ολέθριος # εκδικητικός # φθοροποιός
  • τιμωρός # ειδεχθής # απεχθής # εναγής # στυγερός # διώκτης # τύραννος # λυμεών # βάνδαλος # εξολοθρευτής # καταστροφέας
  • αλιτόμηνος [επίθετο δικατάληκτο] που γεννήθηκε πρόωρα ή άκαιρα # που πλανήθηκε από τους μήνες
  • αλιτόξενος [επίθετο δικατάληκτο] ασεβών προς κάποιον ξένο (φιλοξενούμενο) # περιφρονών κάποιο ξένο
  • αλιτοφροσύνη [η] ασέβεια # ασεβές φρόνημα
  • αλιτραίνω [ρήμα αντί αλιταίνω] αμαρτάνω # αμαρταίνω # κολάζομαι # πλανιέμαι # σφάλλω
  • αλιτρία [η] ασέβεια # κακία # κακοήθεια
  • αλιτρόβιος [επίθετο δικατάληκτο] ασεβής # φαύλος # αθεόφοβος # ανευλαβής # ανόσιος # ανίερος # θεομπαίχτης # ιερόσυλος # άπιστος
  • αλιτρόπος [ο και η] παραπατών # άστατος # αλλοπρόσαλλος # ανερμάτιστος # ασταθής # ευμετάβλητος
  • αλίτρυτος [επίθετο δικατάληκτο] κατασκοτωμένος από τη θάλασσα # θαλασσοτσακισμένος # θαλασσοδαρμένος
  • αλιτύπος [επίθετο δικατάληκτο] που κτυπά τη θάλασσα # κωπηλάτης
  • αλιφθορία [η] ναυάγιο # απώλεια πλοίου
  • αλιφθόρος [ο] πειρατής
  • αλιφθόρος [επίθετο δικατάληκτο] πειρατικός
  • αλίφλοιος [ο] φελλός # δρυς (είδος)
  • αλιφροσύνη [η - παράβαλε και χαλιφροσύνη] ματαιοφροσύνη # ματαιοδοξία # κενοδοξία # εγωισμός
  • αλίφρων [ο και η - το αλίφρον] ματαιόδοξος # ματαιόφρων # κενόδοξος # κενόσπουδος # σνομπ # στομφώδης # επαρμένος
  • αλίχλαινος [επίθετο δικατάληκτο] φορών πορφύρα
αλιπτοίητος
  • αλιπτοίητος [επίθετο δικατάληκτο] φοβισμένος από τη θάλασσα
αλόγευτος
  • αλογεύομαι [ρήμα αποθετικό] ανοηταίνω # νηπιάζω # παραλογίζομαι
αλφιτήριον
  • αλφιτηρός [επίθετο τρικατάληκτο] κατάλληλος για άλευρα
αμπυκτήριον
  • αμπυκτήριον [το] ταινία δεσίματος μαλλιών στο μέτωπο # προμετωπίδιος δεσμός αλόγου # χαλινάρι # καθετί κυκλικό # τροχός
άνδραγχνος
  • άνδραγχος [ο] δήμιος
ανέγνωρο
  • ανέγγραπτος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν έχει εγγραφεί
  • ανέγγυος [επίθετο δικατάληκτο] αμνήστευτος # ανύπαντρος # νόθος # νοθογενής
  • ανεγείρομαι [ρήμα παθητικό] ξυπνώ # αφυπνίζομαι # σηκώνομαι
  • ανεγείρω [ρήμα] ξυπνώ # σηκώνω # αφυπνίζω # διεγείρω # ενθαρρύνω # εμψυχώνω # ζωογονώ # κτίζω # ανοικοδομώ
  • ανεγέρμων [ο και η ~ - το ανεγέρμον] ξυπνητός # σηκωμένος από τον ύπνο # ξύπνιος # αφυπνισμένος
  • ανεγκέφαλος [επίθετο δικατάληκτο] ανεγκέφαλος # ανόητος # άμυαλος
  • ανεγκλησία [η] άμεμπτος χαρακτήρας ή ιδιότητα
  • ανέγκλητος [επίθετο δικατάληκτο] άψογος # αδιάβλητος # αδιάφθορος # ακηλίδωτος # άμεμπτος # αμόλυντος # αμώμητος # άμωμος # ανεπίληπτος # άπταιστος # αστιγμάτιστος # αψεγάδιαστος # ιδανικός # ολοκάθαρος
  • ανέγκλιτος [επίθετο δικατάληκτο] ανένδοτος # άκαμπτος # όχι εγκλιτικός (γραμματική)
  • ανεγκωμίαστος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν εγκωμιάστηκε
  • ανέγρομαι [ρήμα ποιητικό αντί ανεγείρομαι] ξυπνώ # αφυπνίζομαι # σηκώνομαι
  • ανεγχώρητος [επίθετο δικατάληκτο] αδύνατος # ακατόρθωτος
ανήνυτος
  • ανήνυτος [επίθετο δικατάληκτο] ατελείωτος # ατελεύτητος # ακατόρθωτος # απραγματοποίητος # ανεκτέλεστος
αντιδογματικός
  • αντιδογματίζω [ρήμα] διδάσκω τα αντίθετα δόγματα # πρεσβεύω αντίθετες αρχές
αντιληπτικός
  • αντιληπτικός [επίθετο τρικατάληκτο] ικανός να πιάνει # κατάλληλος να πιάνει # κατάλληλος να κατανοεί # βοηθητικός # ενισχυτικός # επικουρικός # αισθητός # αντιληπτός
  • αντιληπτικός λόγων [έκφραση] κατάλληλος να κατανοήσει τους λόγους ή το λόγο
αντιπρόκλησις
  • αντιπρόκλησις [η] αμοιβαία πρόκληση # συμφωνία των όρων
απανθρακίζω
  • απανθρακίζω [ρήμα] ψήνω στα κάρβουνα
αποκράζω
  • αποκραδίζω [ρήμα] κόβω από κλαδί συκιάς σύκο
  • αποκράδιον [το] σύκο που μόλις κόπηκε
  • αποκραιπαλάω [ρήμα] ξυπνώ από μεθύσι # μυρίζω κρασίλα
  • αποκραιπαλισμός [ο] ξύπνημα από μεθύσι
  • αποκρανίζω [ρήμα] αποσπώ από το κρανίο
  • αποκρατέω [ρήμα] υπερτερώ
απρόσκλητος
  • απρόσκλητος [επίθετο δικατάληκτο] απρόσκλητος # ακάλεστος # απροσκάλεστος # αυτόκλητος # άκλητος
  • απρόσκλητος γνώσις [έκφραση] κατηγορία στην οποία δεν είναι παρών μάρτυρας ή κλητήρας
  • απρόσκλητος δίκη [η] δίκη χωρίς κλήτευση μαρτύρων
απυκαθίστημι
  • απύκαστος [επίθετο δικατάληκτο] ασκέπαστος
αρχίμηνος
  • αρχιμάγειρος [ο] πρώτος των μαγείρων # σεφ
  • αρχιμανδρίτης [ο - εξ αυτής η αγγλική λέξη archimandrite - η γερμανική Archimandrit - η ιταλική archimandrita] πρώτος της μάνδρας (κοινοβίου) # ηγούμενος
  • αρχίμιμος [ο] πρώτος κωμικός ηθοποιός # πρωταγωνιστής κωμικός
ασιανίζω
  • ασιανίζω [ρήμα] μιμούμαι τους Ασιάτες
ασμωλή
  • άσμα [το] άσμα # τραγούδι
  • άσμα αμοιβαίον [το - εξ αυτής η αγγλική amoebaean ή amoebean] άσμα εναλλάξ υπό δύο αδόμενο
  • ασμάραγος [επίθετο δικατάληκτο] αθόρυβος
  • ασματίζω [ρήμα] ψάλλω τροπάριο
  • ασματικός [επίθετο τρικατάληκτο] ψαλτικός
  • ασματογραφέω [ρήμα βυζαντινός τύπος] γράφω τροπάρια
  • ασματογράφος [επίθετο δικατάληκτο βυζαντινός τύπος] μελωδός # συνθέτης τροπαρίων
  • ασματοκάμπτης [ο] τραγουδιστής που τραγουδά με τσακίσματα της φωνής του
  • ασματολογέω [ρήμα] απαγγέλλω άσματα
  • ασμενέω [ρήμα] νοστιμεύομαι # λαχταρώ # επιθυμώ
  • ασμενίζομαι [ρήμα] ευχαριστιέμαι # γουστάρω # ευφραίνομαι # ευχαριστούμαι # ικανοποιούμαι
  • ασμενίζω [ρήμα] αποδέχομαι ευχαρίστως # μου αρέσει κάτι # επιθυμώ
  • ασμενιστός [επίθετο τρικατάληκτο] ευάρεστος # επιθυμητός # λαχταριστός
  • άσμηκτος [επίθετο δικατάληκτο] άτριπτος # ασφούγγιστος
  • ασμός [ο] άσμα
άστητος
  • αστηλίτευτος [επίθετο δικατάληκτο βυζαντινός τύπος] που δεν έχει γραφτεί σε στήλη
  • άστηλος [επίθετο δικατάληκτο] ο χωρίς επιτύμβια στήλη
  • αστήρ [ο - εξ αυτής οι αγγλικές λέξεις aster και star - η γερμανική Stern - η γαλλική aster - η ιταλική astro] αστήρ # αστέρας # αστέρι # άστρο # φωτεινό μετέωρο
  • αστήρ αύλιος [έκφραση] ο έσπερος που όταν ανατέλλει πάνε τα ζώα στο στάβλο
  • αστήρ οπωρινός [ο] Σείριος
  • αστήρικτος [επίθετο δικατάληκτο] που δεν στηρίζεται # αβάσιμος # αθεμελίωτος # ασύστατος # αστήρικτος # αβέβαιος # άστατος # ακατάστατος 
αστραγαλεκτομή

    • αστραγάλειος χιτών [ο] χιτώνας που φτάνει μέχρι τους αστραγάλους
    αφροδισιολογία
    • Αφροδίσιον [το] ναός της Αφροδίτης
    • Αφροδίσιος [επίθετο δικατάληκτο και τρικατάληκτο] ο της Αφροδίτης # αναφερόμενος στην Αφροδίτη # αφροδισιαστικός # γενετήσιος # σεξουαλικός
    αχνητόν
    • άχνη [η] μόριο επιφανειακό # αθέρας # αφρός # κονιορτός # αχνός από ζεστό νερό # δροσιά # πάχνη # στερεή λεπτόκοκκη ύλη # χνούδι # καπνός # υγρασία # δρόσος
    γαλβανομαγνητισμός
    • γαλάκτινος [επίθετο δικατάληκτο] καμωμένος από γάλα # άσπρος σαν το γάλα
    • γαλάξια [τα] γιορτή στην Αθήνα προς τιμή της Κυβέλης όπου έτρωγαν γαλαξία (χυλό με κριθάρι και γάλα)
    • γαλάξιον [το] ιερό του Απόλλωνα στη Βοιωτία
    • γαλατικός [επίθετο τρικατάληκτο] ο της Γαλατίας
    • γαλατικώς [επίρρημα] με τον τρόπο των Γαλατών
    • γαλή [η] νυφίτσα # κουνάβι # γαλή # γάτα # ψάρι (είδος) # πλοίο πειρατικό (είδος)
    • γαληναίος [επίθετο τρικατάληκτο] γαληνός # γαλήνιος # αίθριος # ακύμαντος # ειρηνικός # ήρεμος # ήσυχος # μακάριος # νήνεμος # πράος
    γερανόπουλος
    • γέρανος [η] γερανός # γέρανος # πουλί αποδημητικό # μηχανή για την ανύψωση βαρών # βίντζι # βίντσι # εργάτης # βαρούλκο # ψάρι (είδος) # χορός (που σήμερα λέγεται συρτός)
    γερανόφθαλμος γερουσιακός γνησιάζω γουμένιτσα γουστέρα δεξιώς διαπορθέω δωροδοκία είσωθεν εκδεσμέω ελαφρόλογος εναντιοπετής ενεργητικότης εννάγωνον ενοργανώ εξαποβαίνω εξέσθω εξεταστής εξολοθρεύσιον επιχορδίς επταετήριος ερυσιπελόθριξ ετερόδεκτος ηλιθιώδης ημιονοστάσιον ημιτριχία ήσκιωμα θυσσός θύσσος θωός ιασιώνη ιδιόχειρος ιξώδες ιππάρχης ισχνίδες ιωνίδες καβαλερόπουλος καμπτονίτης καρδιογράφος κατασβέννυμι κεραμευτής κηρόπλαστος κισσόδετος κλειδοφόρος κλεψίγαμος κογχολεπάς κοθώνιον κοροπλάστης κουπαστή λεπιδόφλοιος ληξίαρχος λυκοστάνη λυμάχη μαλικούτης μαρσιποποίησις μεγάλως μεθυστέον μελαγχολικός μεσεγκέφαλος
    μεταζήτησις μηνίαρχος μηρυκασμός μιλησιουργής μισθοφόροι μισουρανής μοναχήτι μονογαμέω μονομάχης μουσομανής μωσαϊκή νικοδέσποτος νυκτιμανής ξενοδοκώ ξυλόδεσμος οιησισοφία ολυρόκριθος ονείρωγμα οπισθοσκέδασις ορατικότης πανευτελής παρακανθίζω περιγάστριος περιθεόω πισσουργεία ποδόψελον πολύθρονος πολυπέλεθρος ποτιστήρια προδιαγωγή προεγγύησις προσδεκτικός προσοτσάνη πτερυγόομαι ρυντάκης σαλώμη σαμψηνοί σεκουνδίνος σκαρδαμυγμός σκηνάω σκοτόδειπνος σταγετός συγγένησις συκήλατον
    συνακτήρ συνανατίθημι σύνδετον σφοδελός σχέδος τανυκνήμις τραγαϋδός τρικλήματος τριμεθυλένιον υαλοποίησις υδρεγκεφαλία υδροσκοπείον υληματικός υπαλληλίσκος υποδέσμιος υπόμισθος φασήολος φθοϊσκος φιλογύνεια χαριτίνη χλαινοθήρας

    Η ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙ ΤΟ 30%-40%

    Εάν θέλετε περισσότερα απλά στείλτε μου μήνυμα

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου